Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010


ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ
συνεχίζουμε...
.
.
.
Υποψήφιοι για το Δ.Σ. του ΕΣΔΕΠ Α.Π.Θ. και για το Συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ
.
Σμάτη Γεμενετζή-Μαλαθούνη
Παναγιώτης Γκλαβίνης
Βασίλης Γούναρης
Χρήστος Ελευθεριάδης
Γιώργος Καραγιαννίδης
Νιόβη Παυλίδου
Νίκος Πιτσιάνης
Γιάννης Στεφανίδης
Άγγελος Στεργίου
.
Υποψήφιοι για την Εξελεγκτική Επιτροπή του ΕΣΔΕΠ Α.Π.Θ.
.
Λιόκα Μακρίδου
Γιώργος Μπλέκας
Κώστας Παπαγεωργίου
.

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

στάση ευθύνης στις εκλογές του ΕΣΔΕΠ

.

Εάν οι συνθήκες που βιώνει η χώρα δεν ήταν οριακές και τα Πανεπιστήμια (και μαζί μ’ αυτά και η κοινωνία) δεν κινδύνευαν με ανάφλεξη όπως πριν δυό χρόνια (όταν μάλιστα οι συνθήκες δεν το δικαιολογούσαν), δεν θα χρησιμοποιούσαμε τόσο υψηλούς τόνους για τις περιστάσεις. Το έχουμε ξανακάνει την εποχή που ένα-ένα τα πρυτανικά σχήματα ανακοίνωναν τις θέσεις τους, οι οποίες λίγο σχετίζονταν με τις οικονομικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θα καλούνταν τελικά να τις υλοποιήσουν. Στην πραγματικότητα, είχαμε πρώτοι ξεκινήσει να μιλάμε για τις δραματικές επιπτώσεις που θα είχε η δημοσιονομική κρίση στα Πανεπιστήμια, πριν ακόμη αυτή ξεσπάσει για τα καλά.

.

Γι’ αυτό, πριν αποφασίσετε, συνάδελφοι, αν θα ανανεώσετε την εμπιστοσύνη σας στο πρόσωπό μας όσο δυναμικά το πράξατε την προηγούμενη φορά, σας ζητούμε να λάβετε σοβαρά υπόψη αυτά που λέμε. Διότι, εκτός των άλλων, εμείς δεν έχουμε ανάγκη να χαϊδέψουμε αυτιά συναδέλφων μη τυχόν και χάσουμε την ψήφο τους. Τη μόνη ανάγκη που έχουμε και που μας ώθησε να συμμετάσχουμε στα κοινά, είναι να λέμε προς όλες τις κατευθύνσεις την αλήθεια και πάνω σ’ αυτή να δομούμε ριζοσπαστικές, πλην όμως βιώσιμες και υπεύθυνες, θέσεις και προτάσεις.

.

Σε λίγο, συνάδελφοι, η κατάσταση στα Πανεπιστήμια θα γίνει εκρηκτική αν δεν πρυτανεύσει η λογική και οδηγηθούμε σε αδιέξοδο στο διάλογο που έχει ξεκινήσει το Υπουργείο. Εμείς πιστεύουμε πως υπάρχουν λύσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος με τις επιθετικές αλλαγές που αυτό προωθεί, λύσεις που θα οδηγούσαν σε έναν πραγματικά ειλικρινή διάλογο, όπως τον θέλει υποτίθεται το Υπουργείο. Σήμερα χρειάζεται πράγματι να ξαναδούμε τις σχέσεις Κράτους και ΑΕΙ και να συζητήσουμε τους όρους της αυτονόμησής μας. Δυστυχώς, αυτό πρέπει να το κάνουμε τώρα, σ’ ένα πλαίσιο δημοσιονομικής στενότητας, αφού χάσαμε όλες τις ευκαιρίες που μάς παρουσιάστηκαν υπό καλύτερες συνθήκες στο παρελθόν. Θα το κάνουμε, άραγε, με υπευθυνότητα; Ή θα τα ισοπεδώσουμε όλα μη τυχόν και βρει τίποτα όρθιο ο «εχθρός» όταν μας «καταλάβει»;

.

Αυτοί που θέλουν το διάλογο και τον επιδιώκουν με ειλικρίνεια, φαίνονται∙ όποια θέση κι αν κατέχουν, είτε βρίσκονται στα Πανεπιστήμια είτε στα Υπουργεία. Αυτοί που λένε ναι στο διάλογο προσχηματικά, μη τυχόν και κατηγορηθούν όπως άλλοτε ότι δεν συνδιαλέγονται, φαίνονται επίσης. Όπως φαίνονται και όσοι διατηρούν το όπλο παρά πόδα ή λένε μολών λαβέ σε όσους πιστεύουν πως θα λυθούν με μιας όλα τα προβλήματά μας εδώ μέσα, αρκεί να φύγουν οι Πρυτάνεις από τις θέσεις τους.

.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, εμείς χρειάζεται σήμερα να κρατήσουμε υπεύθυνη στάση πλάι σ’ αυτούς που εξελέγησαν για να συμπεριφέρονται υπεύθυνα, είτε πρόκειται για Υπουργούς είτε για Πρυτάνεις. Και να είμαστε εποικοδομητικοί και όχι καταστρεπτικοί. Γιατί το Πανεπιστήμιο ανήκει και σε μας.

.

Μπροστά μας έχουμε μια ευκαιρία να το αποδείξουμε. Μπορεί να μην είναι καθοριστική, είναι όμως σημαντική και, πάντως, δεν θα υπάρξει άλλη στο άμεσο μέλλον. Έχει να κάνει με την εκλογή της ΠΟΣΔΕΠ, ενός κρίσιμου εταίρου στο διάλογο με το Υπουργείο. Η ΠΟΣΔΕΠ σίγουρα δεν έχει τη δύναμη μιας ΑΔΕΔΥ, έχει όμως jus standi απέναντι στο Υπουργείο και διακριτό ρόλο σε σχέση με τη Σύνοδο των Πρυτάνεων, τον άλλο κρίσιμο κοινωνικό εταίρο. Σε μας εναπόκειται αν θα στείλουμε ικανούς και ειλικρινείς διαπραγματευτές απέναντι στο Υπουργείο ή θα του δώσουμε ένα ακόμη άλλοθι για να δικαιολογήσει τη στάση του απέναντί μας στα μάτια της κοινωνίας, όπως συνέβη με την προηγούμενη μεταρρύθμιση.

.

Πριν δυό χρόνια, εμπλακήκαμε στα κοινά γιατί είχαμε κάτι να πούμε. Φτιάξαμε αυτή την παράταξη και συμβάλαμε στο ν’ αλλάξουμε τα δεδομένα, τόσο κεντρικά, σε επίπεδο ΠΟΣΔΕΠ, όσο και τοπικά στον ΕΣΔΕΠ, όπου πιστεύουμε πως οι θέσεις μας κάνανε τη διαφορά απέναντι σε τραγικά προβλέψιμες συμπεριφορές των συνήθων υπόπτων που κυριαρχούν στο συνδικαλισμό του Πανεπιστημίου μας τα τελευταία 35 χρόνια. Όπου δεν μπορέσαμε να λειτουργήσουμε στο πλαίσιο του ΕΣΔΕΠ, συνεργαστήκαμε με τις άλλες ανανεωτικές δυνάμεις μέσα στο Πανεπιστήμιο για να προωθήσουμε θέσεις και προτάσεις σε πολύ κρίσιμα ζητήματα, όπως στο άσυλο.

.

Σήμερα, συνεχίζουμε την πορεία μας όχι γιατί μας ενδιαφέρει να επιβιώσουμε παραταξιακά, αλλά γιατί έχουμε ακόμη κάτι να πούμε. Δεν έχουμε πίσω μας δυνάμεις που μπορούν να λειτουργήσουν σα μαξιλάρι ή σαν εφαλτήριο. Ακουμπάμε μόνο στις δικές μας και στη δική σας στήριξη. Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε μόνοι μας, έχουμε όμως πολλά να κερδίσουμε μαζί. Κι αυτά είναι που μας ενθαρρύνουν να ζητήσουμε και πάλι την εμπιστοσύνη σας, ακόμη πιο ευρεία αυτή τη φορά, ώστε να δημιουργήσουμε συνθήκες αποτελεσματικότερης παρέμβασης στα τεκταινόμενα.

.

Εάν πιστεύετε πως μας χρειάζεται ένα ελεύθερο forum προβολής και υποστήριξης ανανεωτικών, ακομμάτιστων και υπεύθυνων θέσεων στο ΑΠΘ, δώστε μας και πάλι τη στήριξή σας. Για ν’ αλλάξουμε, όμως, τα δεδομένα στο χώρο μας, χρειαζόμαστε την πλειοψηφία μέσα στον ΕΣΔΕΠ. Την περασμένη φορά ήταν πολύ πιο εύκολο απ’ ό,τι φανταζόμασταν. Σήμερα είναι ακόμη πιο εύκολο αν το αποφασίσετε.

.

Πολλοί φίλοι μάς προσάπτουν ότι πριν δυό χρόνια επιχειρήσαμε να αναστήσουμε ένα πτώμα. Σήμερα μας προτρέπουν να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια, επειδή τάχα είναι καταδικασμένη εκ των προτέρων απέναντι σε οργανωμένους συναδέλφους, που δεν έρχονται για να συζητήσουν και να πεισθούν, αλλά για να μετρήσουν κουκιά.

.

Εάν είχε μεταβληθεί η agenda της καθημερινότητάς μας, που δυστυχώς παραμένει δραματικά η ίδια, με καταλήψεις πανεπιστημιακών χώρων και παρεμποδίσεις στη λειτουργία ακαδημαϊκών οργάνων που δημιουργούν εκρηκτικό κλίμα ενόψει ενός αποτυχημένου διαλόγου με το Υπουργείο, τότε ευχαρίστως θα παραιτούμασταν από τη νέα αυτή προσπάθεια. Για μας, όμως, που δεν είμαστε επαγγελματίες του χώρου, η νέα προσπάθεια αποτελεί εκπλήρωση καθήκοντος, στο μέτρο που από τη θέση μας μπορούμε και βλέπουμε πού πηγαίνουν τα πράγματα και έχουμε την υποχρέωση να προειδοποιήσουμε και να κινητοποιήσουμε την πανεπιστημική κοινότητα. Από ’κει και πέρα, σ’ αυτήν εναπόκειται αν θα μας στηρίξει και πάλι ή θα μας στείλει μια ώρα αρχύτερα σπίτι μας.

.

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

σύγκρουση δυο αντιλήψεων στις εκλογές του ΕΣΔΕΠ

.

Κι όμως, για μας, το κείμενο της Συσπείρωσης ΗΤΑΝ έκπληξη. Περιμέναμε κάτι να πει, έστω για να δικαιολογήσει την ιστορία της και την κρισιμότητα των περιστάσεων. ΤΙΠΟΤΕ. Μόνον εύκολη κριτική στο κείμενο του Υπουργείου. Και συνθήματα. Αλλά και μια ξεκάθαρη τοποθέτηση: ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΔΕ ΘΕΛΟΥΝ ΤΙΠΟΤΕ Ν’ ΑΛΛΑΞΕΙ ΣΤΑ ΑΕΙ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΚΡΙΝΟΥΝ ΣΚΟΠΙΜΗ ΚΑΙ ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΑΓΗ.

.

Διαβάστε το κείμενό τους, συνάδελφοι. Εμείς το λέγαμε: προσχηματικά λένε ΝΑΙ στο διάλογο, μη τυχόν και κατηγορηθούνε σαν άλλοτε… Στην πραγματικότητα ΟΥΤΕ ΘΕΛΟΥΝ, ΟΥΤΕ ΚΡΙΝΟΥΝ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΚΑΜΙΑ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ. Είναι ΕΤΟΙΜΟΙ μόνο για τη συνήθη σύγκρουση, συνεπείς με την έννοια της «απροϋπόθετης» ακαδημαϊκής ελευθερίας, όπως μόνοι αυτοί την αντιλαμβάνονται πλέον, χωρίς να ρωτήσουν την κοινωνία που τους ξεπέρασε εδώ και δεκαετίες. Και που πια μας αμείβει με όρους δημοσίου υπαλλήλου…

.

Ταμπουρωμένοι πίσω από ρυθμιστικούς προστατευτισμούς, που αποψίλωσαν την ανταγωνιστικότητά μας, επιχειρούν ακόμη να σταματήσουν το ποτάμι που έρχεται πάνω μας με τα χέρια τους.

.

Κάποιοι μπορεί να θέλουν ένα Dayton για τα Πανεπιστήμια, και ν' αναζητούν αντιπάλους για να μας κάνουν Βοσνία.

.

Αυτό το ρόλο αποφασίσατε να παίξετε στα ΑΕΙ συνάδελφοι της Συσπείρωσης; Γιατί η ΔΗΠΑΚ ξέρουμε πού θέλει να πάει το καράβι. Στα βράχια! Εσείς τι θέλετε; Φουρτούνα έχουμε, τι να κάνουμε, αυτή είναι η κατάσταση. Πού θα το πάτε το καράβι, αυτό μπορείτε να μας το πείτε επιτέλους;

.

Εμάς οι θέσεις μας ήταν και παραμένουν ξεκάθαρες. Όπως κι αυτές που έχουν να κάνουν με το μεγάλο στοίχημα ν’ αλλάξουμε τη χώρα αρχίζοντας από την Παιδεία γιατί τόχουμε ανάγκη. Αυτό που θέλουμε, είναι να συζητήσουμε μια νέα σχέση με το Κράτος, να επανοριοθετήσουμε το αυτοδιοίκητο και να διαπραγματευτούμε τους όρους της αυτονομίας μας. Να δούμε τι μπορεί να μας δώσει η πατρίδα στο εξής, και τι μπορούμε εμείς να της επιστρέψουμε.

.
Ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο αντιλήψεις σάς ζητάμε να αποφασίσετε μεθαύριο στις εκλογές του ΕΣΔΕΠ, συνάδελφοι του ΑΠΘ, αφήνοντας μια χαραμάδα ελπίδας στον ελεύθερο και υπεύθυνο ακαδημαϊκό λόγο.
.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

για τη νέα κατάληψη της Πρυτανείας










Ακριβώς δυό χρόνια μετά τα Δεκεμβριανά του ΑΠΘ (φωτο: 8 Δεκ 2008)
και με τη χώρα σε πτώχευση, η agenda παραμένει δραματικά η ίδια!

ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ ΚΑΤΕΚΤΗΣΑΝ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΑΣ ΠΡΙΝ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΝ ΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΜΑΣ

Είμαστε μια ανοχύρωτη πολιτεία. Αδυνατούμε να προστατεύσουμε στοιχειώδεις ελευθερίες στους χώρους μας. Βρισκόμαστε στο έλεος οποιουδήποτε θάθελε να επιχειρήσει ο,τιδήποτε εδώ μέσα: μοναδικός φραγμός, τα όρια του δικού του τσαμπουκά. Είτε πρόκειται για εγκληματία, τραμπούκο, φασίστα, σαλταδόρο, κλεφτρόνι ή κοινό θνητό. Ο καθένας ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ να κάνει ό,τι θέλει κι όποτε θέλει, χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν. Αυτός ο χώρος δεν ανήκει πια στον ελληνικό Λαό, που τον έκτισε και τον συντηρεί με το υστέρημά του, ούτε κυβερνιέται από τους κανόνες της ελληνικής Πολιτείας. Ανήκει στους βάρβαρους, που πριν καταλάβουν τους χώρους μας, κατέκτησαν το μυαλό μας.

Kάθε μεγάλη κρίση είναι πριν απ’ όλα κρίση σκέψης. Η κυρίαρχη μεταπολιτευτικά ιδεολογία που γέννησε το άσυλο για να προστατεύσει τη δημοκρατία και να θωρακίσει την ελεύθερη σκέψη μέσα στα πανεπιστήμια, έγινε ιδεοληψία και παρέχει άσυλο σε όσους αντιστρατεύονται την ελεύθερη σκέψη και έκφραση, σε όσους δεν βολεύονται με τις δημοκρατικές διαδικασίες γιατί έτσι τους αρέσει, σε όσους έχουν μάθει να κλέβουν, να σπάζουν και να ρημάζουν εδώ μέσα γιατί ποτέ δεν πλήρωσαν, επειδή αυτοί που μας διοικούσαν όλα αυτά τα χρόνια συνήθιζαν να βάζουν βαθειά το χέρι στην τσέπη του ελληνικού Λαού για νάχουν το κεφάλι τους ήσυχο.

Το ΑΠΘ βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Να μην αντιδράσουμε ούτε τώρα; Να σκεφτούμε και τώρα το μεγαλύτερο κόστος που μπορεί να υποστούμε αν αντιδράσουμε; Τι μεγαλύτερο κόστος μπορούμε να καταβάλουμε από το κόστος της κατάρρευσης; Τώρα, λοιπόν, που καταρρέουμε ας αναρωτηθούμε τι γλυτώσαμε επειδή δεν θελήσαμε να καταβάλουμε το κόστος της σύγκρουσής μας με την παράνοια, τι γλυτώσαμε επειδή συμβιβαστήκαμε με τις ιδεοληψίες και τι θα μας κοστίσει τώρα η κατάρρευση.

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

.

Σήμερα το Πανεπιστήμιο μπαίνει και πάλι σε μεταρρυθμιστική τροχιά. Σίγουρα οι συνθήκες δεν είναι οι καλύτερες. Σε καθεστώς γενικευμένων περικοπών, που μειώνουν τις αποδοχές του πανεπιστημιακού δασκάλου σε συγκριτικά εξευτελιστικά επίπεδα, ποιες δυνάμεις θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν για να στηρίξουν τις ριζικές αλλαγές που χρειάζεται να γίνουν στα Πανεπιστήμια; Θα ήταν όμως λάθος, ιδίως στην παρούσα συγκυρία, εάν αφήναμε να πάει χαμένη και αυτή η ευκαιρία.

.

Α) Η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης

.

Είμαστε από αυτούς που εδώ και χρόνια υποστηρίζουν με πάθος την ανάγκη για ριζικές μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη εκπαίδευση. Αν και δεν συμφωνούσαμε σε όλα μαζί του, στηρίξαμε την εφαρμογή του νόμου Γιαννάκου, ώστε ν’ αρχίσει να κινείται κάτι και στο χώρο μας (άσυλο, αξιολόγηση, ECTS, καθολική ψηφοφορία, πολλαπλό σύγγραμμα). Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις που ήλεγχαν τότε την ΠΟΣΔΕΠ αρνούνταν, στο όνομα του δημόσιου πανεπιστημίου, οποιαδήποτε συζήτηση για αλλαγή, στέλνοντας αντιδραστικά μηνύματα στην κοινωνία.

.

Σήμερα, όλοι πλέον συμφωνούν πάνω στην αναγκαιότητα για μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης, ανεξάρτητα αν –σχεδόν όλοι– διαφωνούν με το προτεινόμενο από την Κυβέρνηση πλαίσιο. Για δε τις ανάγκες ενός διαλόγου μαζί της, τον οποίο σχεδόν όλοι αυτή τη φορά αποδέχονται, πολλοί είναι εκείνοι που –ατομικά ή συλλογικά– συντάσσουν και προωθούν αντιπροτάσεις, συχνά αποσπασματικές αν όχι περιπτωσιολογικές (χωρίς να υποστηρίζουμε ότι και το κείμενο διαβούλευσης του Υπουργείου συνιστά υπόδειγμα συνεκτικού πλαισίου διαλόγου). Πολύ βιαστικά προσπεράσαμε, ωστόσο, τα θεμελιώδη. Αφού ούτως ή άλλως δεν θα καταφέρουμε να συμπέσουμε στις μεταρρυθμιστικές προτάσεις, ούτε μεταξύ μας, ούτε με την Κυβέρνηση, ας επιχειρήσουμε τουλάχιστον να συμφωνήσουμε στους λόγους για τους οποίους πιστεύει η πλειοψηφία από μας ότι επιβάλλεται να γίνουν σήμερα αλλαγές στην ανώτατη εκπαίδευση.

.

Σύμφωνα με έρευνα που έγινε στο ΑΠΘ πριν μερικά χρόνια, το 67% των αποφοίτων μας φιλοδοξούσε να βρει μια θέση στο Δημόσιο. Στα κορίτσια, το ποσοστό αυτό ανέβαινε στο 75%. Σχολές που παλαιότερα δεν ήσαν καν πανεπιστημιακές (και σε πολλές χώρες εξακολουθούν να μην είναι), στην Ελλάδα γίνανε από τις δημοφιλέστερες μεταξύ των πρωτευσάντων στις πιο σκληρές εισαγωγικές εξετάσεις, μόνο και μόνο γιατί διασφάλιζαν μια θέση στο Δημόσιο. Μια θέση που σε άλλες εποχές η κοινωνία την θεωρούσε «θεσούλα των τριών κι εξήντα», στις μέρες μας μετατράπηκε σε πρότυπο επαγγελματικής αποκατάστασης των καλύτερων παιδιών μας! Ποιος, άραγε, από μας μπορεί να αισθάνεται υπερήφανος γι’ αυτή την εξέλιξη; Δεν μπορεί, λοιπόν, να αμφισβητηθεί καλόπιστα το γεγονός ότι –ως σύστημα που υπηρετεί μια συγκεκριμένη κοινωνία– η Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα απέτυχε, τόσο κατά την είσοδο των νέων σε αυτή, όσο και κατά την έξοδό τους από αυτήν.

.

Ετούτη η διπλή γενική αποτυχία, ανεξαρτήτως των επιμέρους επιτευγμάτων, που υπάρχουν αλλά δε μεταβάλλουν τη γενική εικόνα, πρέπει τουλάχιστο να μας προβληματίσει. Πολύ περισσότερο που συνδέεται άρρηκτα με την κατάσταση πτώχευσης στην οποία έχει περιέλθει το ελληνικό Δημόσιο, αναπόσπαστο μέρος του οποίου είμαστε και εμείς. Εδώ και τριάντα χρόνια, η τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας αναπαράγει το ιδιόμορφο εγχώριο αναπτυξιακό μοντέλο, που επινοήθηκε, εκκολάφθηκε και καλλιεργήθηκε με ευλαβική προσήλωση από όλες ανεξαρτήτως τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του τόπου μεταπολιτευτικά. Ένα μοντέλο που συνέδεε τους τίτλους σπουδών όχι με την παροχή ή την απόκτηση ουσιαστικής γνώσης, αλλά με τη δυνατότητα διορισμού του αποφοίτου στο Δημόσιο. Εφόσον το τελευταίο έπαυσε πλέον να προσλαμβάνει, το μοντέλο αυτό δοκιμάζεται και μαζί του ολόκληρο το σύστημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

.

Παρά ταύτα, το ελληνικό πανεπιστήμιο βρίσκεται ακόμη στο κέντρο της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας, και αυτό είναι πλεονέκτημα για τη διάσωσή του με τη μορφή που έχει σήμερα. Σε μας εναπόκειται εάν θα παραμείνει εκεί ή θα μεταβληθεί σε μια απλή –και μάλιστα φτωχή– συνιστώσα, όπως έχει γίνει σε άλλες χώρες. Εμείς το θέλουμε στο κέντρο της εκπαίδευσης, με σαφή βελτίωση της δημόσιας υπηρεσίας που παρέχει, χάριν των φοιτητών του, της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας και του μέλλοντος αυτού του τόπου. Διαφορετικά, είναι βέβαιον πως η κοινωνία και οικονομία θα βρουν εναλλακτικούς τρόπους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους.

.

Όσοι εξ ημών προσβλέπουν ακόμη στο ρυθμιστικό προστατευτισμό της Πολιτείας και στην αδιαπραγμάτευτη χρηματοδοτική της στήριξη για να συντηρήσουν ένα σύστημα που εξαντλείται στη διασφάλιση άπειρων ιδιωτικών μικροσυμφερόντων στο εσωτερικό του, θα ανακαλύψουν πολύ πριν τη συνταξιοδότησή τους ότι το ελληνικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης θα παύσει να τους προστατεύει, διότι απλούστατα θα καταρρεύσει. Και θα καταρρεύσει από μόνο του, όπως κατέρρευσε το τείχος του Βερολίνου, χωρίς δηλαδή κάποιος να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια γι’ αυτό. Είναι αποπροσανατολιστικό και ψευδές ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο υφίσταται επίθεση δήθεν για να καταργηθεί ή να αλλοιωθεί ο δημόσιος χαρακτήρας του ίδιου ή της υπηρεσίας που παρέχει. Πίσω από μια τέτοια συλλογική άμυνα, που διεξάγεται στο όνομα του δημόσιου Πανεπιστημίου (περιλαμβανομένης και της «ακαδημαϊκής ελευθερίας», που διαφυλάττεται με τα ιερά και τα όσια του «αυτοδιοίκητου»), κρύβεται στην πραγματικότητα η ανάγκη προάσπισης αναρίθμητων μικρών ιδιωτικών συμφερόντων όσων εξ ημών βολεύονται με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα.

.

Β) Οι άξονες της μεταρρύθμισης

.

Η χώρα μας έχει μείνει σήμερα με ένα Πανεπιστήμιο φτιαγμένο για άλλες εποχές, όπου η ελληνική οικονομία δεν ήταν ανοιχτή σε τέτοιο βαθμό στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Χάρη στα κοινοτικά κονδύλια, εκσυγχρόνισε μεν τις υποδομές του και ένα κομμάτι των παρεχομένων υπηρεσιών του, χωρίς όμως να βελτιώσει την ουσία τους, ενώ απέτυχε να υπηρετήσει τις καινούργιες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας. Προκειμένου να αυτοσυντηρηθεί, συντηρητικοποιήθηκε και, αντί να γίνει μέρος της λύσης των συσσωρευμένων προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα, έγινε μέρος των πρώτων, επισπεύδοντας την παρακμιακή πορεία της δεύτερης. Και τα χειρότερα είναι μπροστά μας: μέχρι χθες, συναγωνιζόμασταν τους εταίρους μας στην Ευρώπη και τον ΟΟΣΑ. Σήμερα, ο ανταγωνισμός έχει ενταθεί με τη δυναμική είσοδο των αναδυομένων κρατών στην παγκόσμια κοινωνία της γνώσης.

.

Σήμερα, επίσης, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια κρίση χωρίς προηγούμενο. Η χώρα παρακμάζει με γοργούς ρυθμούς και δεν έχει την πολυτέλεια της σπατάλης ούτε χρόνου, ούτε πόρων προκειμένου να βγει από την κρίση. Στο Πανεπιστήμιο εναπόκειται εάν θα συμβάλει στο σκοπό αυτό ή θα καταρρεύσει πρώτο το ίδιο μια ώρα αρχύτερα. Η ελληνική κοινωνία, πάντως, δεν μπορεί να το περιμένει. Ούτε και να το χρηματοδοτεί χωρίς αντίκρισμα.

.

Το μοντέλο διοίκησης του ελληνικού Πανεπιστημίου, σύμφωνα με το οποίο εμείς διαχειριζόμασταν τα του οίκου μας και το κράτος πλήρωνε το λογαριασμό χωρίς να ζητά απόδειξη, έφτασε στα όριά του, όπως και το υπόλοιπο ελληνικό Δημόσιο. Η κατάσταση έγινε τόσο στρεβλή, ώστε η κεντρική πολιτική εξουσία, προκειμένου να πολλαπλασιάζει ανενόχλητη τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ ανά την επικράτεια, κατακλύζοντάς τα με φοιτητόκοσμο για να εξυπηρετεί σκοπούς ξένους προς την Παιδεία, παρόπλισε το συνταγματικό της καθήκον για άσκηση πραγματικής εποπτείας στα ιδρύματα. Τα τελευταία, ενώ πολλαπλασιάζονταν, δεν έπαυαν να ψέγουν την εκάστοτε Κυβέρνηση για υποχρηματοδότηση. Πολύ συχνά, η υποχρηματοδότηση χρησιμοποιήθηκε σαν άλλοθι για να συντηρήσει μια ανέλεγκτη αυτοδιοίκηση στα ΑΕΙ. Ας μην ξεχνάμε ότι και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν επιχειρήθηκε το πρώτον να εισαχθεί η αξιολόγηση στα ΑΕΙ, πολλοί μιλούσαν για παραβίαση του άρθρου 16 και του αυτοδιοίκητου. Έτσι, το αυτοδιοίκητο έγινε ένα ακορντεόν, που ο καθένας μπορούσε να σταματήσει στο σημείο που τον βόλευε.

.

Σήμερα, χρειάζεται να ανανοηματοδοτήσουμε το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, όχι για να καταλύσουμε την αυτονομία τους, αλλά για να την ενισχύσουμε. Με άλλα λόγια, να δούμε ξανά από την αρχή τις σχέσεις μεταξύ Κράτους και Πανεπιστημίων.

.

Το Κράτος έχει από το Σύνταγμα μια αποστολή: να φροντίσει (άλλοτε με τα ρυθμιστικά του εργαλεία, άλλοτε με τις παρεμβατικές πολιτικές του) ώστε ο καθένας να μπορεί να έχει δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης. Για το σκοπό αυτό, συστήνει και συντηρεί εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες. Το Σύνταγμα προβλέπει από τη μια μεριά αρχές και από την άλλη δομές που έχουν ως αποστολή να υπηρετούν τις αρχές του. Πουθενά δεν ορίζεται πως οι δομές του δεν θ’ αλλάξουν ποτέ. Θα πρέπει, αντίθετα, να προσαρμόζονται για να συνεχίσουν να υπηρετούν τις αρχές του. Πουθενά δεν ορίζεται ότι ο δημόσιος τομέας παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης πρέπει να χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από το Κράτος (άλλωστε, ούτε σήμερα συμβαίνει κάτι τέτοιο). Ούτε και ότι το Κράτος οφείλει –μπορεί δεν μπορεί– να χρηματοδοτεί ο,τιδήποτε αποφασίσει να δαπανήσει –ανέλεγκτα και αναιτιολόγητα, αν όχι αυθαίρετα ή και σπάταλα– ο αυτόνομος εκπαιδευτικός οργανισμός του. Ιδίως όταν αποδεικνύεται ότι αυτός δεν εξυπηρετεί τελικά τις ανάγκες ούτε της κοινωνίας, ούτε της οικονομίας του. Διότι, η συνταγματική αποστολή του Κράτους στην Παιδεία ασκείται με γνώμονα και την εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας για μόρφωση και της οικονομίας για ανάπτυξη σ’ ένα μεταβαλλόμενο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, ιδίως ως εκ της συμμετοχής της χώρας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, όπου οι οικονομίες των αναπτυγμένων κρατών βασίζονται στη γνώση και προσανατολίζονται στις υπηρεσίες.

.

Άρα, λοιπόν, πρέπει να επανακαθορίσουμε τις σχέσεις Κράτους και ΑΕΙ στη χώρα μας. Μοιραία, αυτό θα πρέπει να το κάνουμε τώρα, σ’ ένα περιβάλλον στενότητας και περιορισμού του δημόσιου τομέα. Είχαμε πολλές ευκαιρίες να το κάνουμε στο παρελθόν, αλλά τις σπαταλήσαμε.

.

Ας μην ξεχνάμε πως χρηματοδοτούμασταν επί σειρά ετών από την Ε.Ε. για να εκσυγχρονίσουμε, να βελτιώσουμε και να συγκλίνουμε τις δομές και τις υπηρεσίες μας με τον κοινοτικό μέσο όρο. Αποτύχαμε και σ’ αυτό, και είναι κι αυτό ενδεικτικό της γενικότερης αποτυχίας της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης ως συστήματος ικανού να αυτοδιαχειρισθεί την εξέλιξη και την προσαρμογή του.

.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να διακρίνουμε το αυτοδιοίκητο από την αυτονομία του Πανεπιστημίου. Το αυτοδιοίκητο δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά αποσκοπεί στο να διασφαλίσει την απαιτούμενη αυτονομία. Συνεπώς, το ζητούμενο είναι η αυτονομία και το αυτοδιοίκητο ένα μέσο για να την επιτύχει κανείς.

.

α) Τα όρια του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ

.

Θα ήταν προκλητικό στα μάτια της κοινωνίας εάν ισχυριζόμασταν πως πετύχαμε σαν διοικητές και διαχειριστές των Πανεπιστημίων μας. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει στην πραγματικότητα. Τίποτε δεν εμποδίζει το Κράτος, στο πλαίσιο της συνταγματικά κατοχυρωμένης εποπτείας του, να αφαιρέσει από τα αυτοδιοικητικά όργανα των Πανεπιστημίων ορισμένες αρμοδιότητες, τις οποίες αυτά ασκούν πλημμελώς ή αδυνατούν (ή και δεν θέλουν) να ασκήσουν προσηκόντως, όταν η άσκησή τους συνεπάγεται οικονομικές συνέπειες για το δημόσιο ίδρυμα και κατ’ επέκταση για τον κρατικό προϋπολογισμό. Το γεγονός ότι, στο πλαίσιο του αυτοδιοίκητου, το Κράτος παραχωρούσε μέχρι τώρα και αυτές τις αρμοδιότητες στα αυτοδιοικητικά όργανα των Πανεπιστημίων, δεν σημαίνει ότι τα όργανα αυτά τις είχαν αρχικά ή ότι πρέπει να τις έχουν για πάντα. Το Κράτος πρέπει να γνωρίζει πού πηγαίνουν τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου. Για τον ίδιο λόγο που αναθέτει σε κάποιο όργανο να ελέγχει εκ των υστέρων τη νομιμότητα των δαπανών, μπορεί να επιφορτίσει ένα άλλο όργανο να εγκρίνει εκ των προτέρων τις δαπάνες για το σκοπό για τον οποίο (και με τους όρους σύμφωνα με τους οποίους) αυτές πρέπει να γίνονται. Οι Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι οφείλουν να περιορίζονται σε αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα: στη διδασκαλία και την έρευνα, καθώς και στη διοίκηση, την κατεύθυνση, την εποπτεία και την άσκηση αυτών. Δεν θεωρούμε, συνεπώς, ότι παραβιάζεται το αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου εάν το Κράτος μας επιβάλλει –στο μέτρο που μας χρηματοδοτεί– ένα όργανο οικονομικής διοίκησης ή διαχείρισης.

.

Κατά τα λοιπά, πιστεύουμε πως οι Πρυτάνεις θα πρέπει να συνεχίσουν να εκλέγονται –για ένα διάστημα τουλάχιστον– όπως και σήμερα, πλην όμως μέσω καθολικής ψηφοφορίας, με στάθμιση της ψήφου όλων των συνιστωσών της πανεπιστημιακής κοινότητας αναλόγως της συμμετοχής τους. Διότι τα ΑΕΙ έχουν σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά την ανάγκη να διοικηθούν από ευρύτατα νομιμοποιημένους από τα μέλη ΔΕΠ πρυτάνεις, αποφασισμένους να επιφέρουν τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζονται, ιδίως εάν πρόκειται να λειτουργήσουν σε καθεστώς αυξημένης αυτονομίας. Το στοιχείο της ενισχυμένης νομιμοποίησης των πρυτάνεων είναι απαραίτητο για να επιτύχουν οι βαθιές τομές. Αργότερα, όταν βρούμε τον αυτόνομο βηματισμό μας, θα μπορέσουμε να βελτιώσουμε το μοντέλο διοίκησης των πανεπιστημίων μας, λαμβάνοντας υπόψη τα ξένα πρότυπα. Τώρα όμως χρειαζόμαστε ευρύτατη αποδοχή των πρυτάνεων από το ΔΕΠ του Ιδρύματος που θα κληθούν να διοικήσουν σ’ ένα πλαίσιο ενισχυμένης αυτονομίας, το οποίο και θα πρέπει προηγουμένως να διαπραγματευθούν. Είναι και ζήτημα συνυπευθυνότητας της ίδιας της πανεπιστημιακής κοινότητας.

.

β) Οι όροι της αυτονομίας μας

.

Από ’κει και πέρα, θα πρέπει να καθήσουμε κάτω και να συζητήσουμε με την Πολιτεία τους όρους της αυτονομίας μας. Αυτό προϋποθέτει δύο πράγματα, που αντιστοιχούν στους ξεχωριστούς ρόλους που πρέπει να έχουν το Κράτος, από τη μια μεριά, και τα Πανεπιστήμια και οι πανεπιστημιακοί, από την άλλη:

.

1ον Τί θέλει η Πολιτεία από εμάς και τί μπορεί να μας διαθέσει και να εγγυηθεί;

.

2ον Τί μπορούμε να πετύχουμε εμείς και τί ζητάμε γι’ αυτό από την Πολιτεία;

.

Τούτα απαιτούν από τους δύο εταίρους να κάνει ο καθένας προηγουμένως το δικό του homework, διότι σήμερα ούτε το Υπουργείο θέτει ένα συγκροτημένο, πρόσφορο και εφικτό πλαίσιο διαβούλευσης με την πανεπιστημιακή κοινότητα, ούτε και η πανεπιστημιακή κοινότητα είναι έτοιμη να προσδιορίσει με τρόπο ενιαίο, συνεκτικό και ρεαλιστικό:

(α) τί μπορεί να επιτύχει σ’ ένα πλαίσιο αυξημένης ιδρυματικής αυτονομίας,

(β) πώς θέλει να δουλέψει γι’ αυτό και

(γ) τί περιμένει από την Πολιτεία να κάνει για να της το επιτρέψει.

.

Οι όροι της αυτονομίας μας θα πρέπει να συζητηθούν και να διαμορφωθούν σ’ ένα πλαίσιο συμβατό με:

· το Σύνταγμα,

· την ακαδημαϊκή μας παράδοση,

· τις νέες ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας μας,

· την αναγκαιότητα αξιοποίησης των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων,

· τα βέλτιστα διεθνή πρότυπα οργάνωσης και λειτουργίας των πανεπιστημίων και

· την αναγκαιότητα πλήρους ενσωμάτωσης της ανώτατης εκπαίδευσής μας στον ενιαίο ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό και ερευνητικό χώρο όπου ανήκουμε.

.

Στόχος της αυτονόμησης θα πρέπει να είναι η ενίσχυση όλων εκείνων των πανεπιστημιακών μονάδων, σε επίπεδο όχι μόνο Ιδρυμάτων ή Σχολών, αλλά και Τμημάτων, που βρίσκονται ήδη μπροστά ή μπορούν –κάτω από προϋποθέσεις που θα συμφωνηθούν– να φύγουν μπροστά για να τραβήξουν και το Πανεπιστήμιο, αλλά και τη χώρα προς τα μπρος. Εάν αυτό σημαίνει δύο ταχύτητες στην ανώτατη εκπαίδευση, αυτές –κακά τα ψέματα– ήδη υπάρχουν, και είναι και περισσότερες. Στόχος πρέπει να είναι η απελευθέρωση των δυναμικότερων πανεπιστημιακών δυνάμεων, στις οποίες και μόνο μπορεί να ελπίζει μια χώρα σαν την Ελλάδα για να βγει από την κρίση.

.

Κατά συνέπεια, καλούμε το Υπουργείο να βελτιώσει το κείμενό του στην παραπάνω κατεύθυνση και να δώσει χρόνο στην πανεπιστημιακή κοινότητα να εισφέρει τη δική της προστιθέμενη αξία, για τη διεξαγωγή ενός ειλικρινούς διαλόγου, από τον οποίο θα προκύψει το μοντέλο εκείνο της πανεπιστημιακής οργάνωσης και λειτουργίας, που θα υποδεχτεί την ενισχυμένη αυτονομία των ΑΕΙ στη χώρα μας.

.

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

αξιολόγηση ανώτατης εκπαίδευσης από την ΑΔΙΠ

.
Δημοσιεύτηκε η έκθεση της ΑΔΙΠ για το 2009 για την ποιότητα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, σύμφωνα με την οποία:

Ο αριθμός των ΑΕΙ -22 πανεπιστήμια και 16 ΤΕΙ- είναι υπερβολικός αναλογικά με τον πληθυσμό της χώρας. Υπάρχουν τμήματα και προγράμματα σπουδών τα οποία είναι «μόνο στα χαρτιά», αφού δέχονται φοιτητές πριν καν αποκτήσουν στοιχειώδη αριθμό μόνιμου προσωπικού και υποδομές. Πολλά τμήματα και προγράμματα σπουδών δεν έχουν ως αντικείμενο σπουδών συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο, όπως αρμόζει σε προπτυχιακές σπουδές, αλλά κάποια ειδίκευση. Η γεωγραφική διασπορά των τμημάτων σε διάφορες πόλεις του ίδιου νομού δεν δικαιολογείται με κριτήρια ποιότητας, ενώ συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος, λειτουργικά προβλήματα και επικαλύψεις ανθρώπινου δυναμικού και υποδομών. Παρατηρείται ανισοκατανομή πόρων και υποδομών τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και σε αναλογία με τους φοιτητές κάθε ΑΕΙ, με αποτέλεσμα την υποχρηματοδότηση σε επίπεδο τακτικού προϋπολογισμού. Σε ορισμένα επιστημονικά πεδία υπάρχει υπερπληθώρα πτυχιούχων, με συνέπεια να μην μπορούν να απορροφηθούν από την αγορά εργασίας. Αναπτύσσονται προπτυχιακά προγράμματα αυθαίρετα, με ακραίες -μεταπτυχιακές στην ουσία- ειδικεύσεις, σε αντίθεση με τις διεθνείς τάσεις. Έχει δημιουργηθεί μεγάλος αριθμός μεταπτυχιακών προγραμμάτων, χωρίς σαφείς διαδικασίες επιλογής φοιτητών και επαγγελματικές προοπτικές, με αποτέλεσμα τον πληθωρισμό πτυχίων. Υπάρχει ανάγκη εμπλουτισμού του τρόπου διδασκαλίας κατά περίπτωση, με αξιοποίηση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, ενώ πρέπει να δοθεί έμφαση στην πρακτική άσκηση. Τα ΑΕΙ πρέπει να συνδεθούν με την τοπική κοινωνία και τα προγράμματα σπουδών με την ανάπτυξη της οικονομίας. Το επίπεδο των φοιτητών είναι χαμηλό, κυρίως λόγω του συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ. Σε πολλά ΑΕΙ υπάρχουν τρεις διπλές εξεταστικές περίοδοι, με συνέπεια τα ιδρύματα να έχουν μετατραπεί σε «εξεταστικά κέντρα» εις βάρος των μαθημάτων. Μόνο λίγοι φοιτητές παρακολουθούν τις παραδόσεις, πάρα πολλοί καθυστερούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, ενώ υπάρχουν και κάποιοι που προσχηματικά μόνο εγγράφονται σε κάποιο τμήμα. Το εκπαιδευτικό και διοικητικό προσωπικό είναι ανεπαρκές, ενώ σε ορισμένα τμήματα η έντονη εξωπανεπιστημιακή απασχόληση δημιουργεί προβλήματα. Οι κτιριακές υποδομές και ο εργαστηριακός εξοπλισμός είναι ανεπαρκείς και πεπαλαιωμένοι.

Η Έκθεση είναι προσβάσιμη στην ιστοσελίδα www.adip.gr
.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

7 δεδομένα + 1 ζητούμενο για την κρίση (upd)

.
Τις προηγούμενες ημέρες, είδαν το φως της δημοσιότητας απόψεις συναδέλφων Πανεπιστημιακών περί «αντισυνταγματικότητας» του Μνημονίου, «ψευδεπίγραφου μηχανισμού στήριξης της χώρας μας», «παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων με το Μνημόνιο» κ.ο.κ., που φανερώνουν (και είμαστε σε δυσάρεστη θέση που το διαπιστώνουμε) μικρή επαφή με την πραγματικότητα που βιώνει η χώρα μας σήμερα.

Ορισμένες καταστάσεις επιβάλλουν σε εμάς τους Πανεπιστημιακούς να είμαστε πολύ πιο προσεκτικοί από το σύνηθες μέτρο στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη γνώση μας, κυρίως δε την ιδιότητά μας, όταν προσεγγίζουμε ορισμένα ζητήματα στενά, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη το πραγματικό διακύβευμα, που μπορεί να είναι μείζονος σημασίας και μάλιστα εθνικής. Διότι, εδώ, η όποια ευθύνη που θα μπορούσαμε να αναλάβουμε εάν τυχόν σφάλουμε, δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία με την ευθύνη που θα μπορούσε να μας αποδοθεί.

Χωρίς να θέλουμε να φιμώσουμε κανέναν (τίνι τρόπω άλλωστε) και χωρίς να διεκδικούμε αυξημένο τίτλο πατριωτισμού για τον εαυτό μας, με την παρέμβασή μας αυτή επιδιώκουμε απλώς να αναδείξουμε – μέσα από την καταγραφή επτά δεδομένων και ενός ζητούμενου για την πορεία της χώρας μας σήμερα – το τι πραγματικά διακυβεύεται από την εφαρμογή του Μνημονίου, ώστε από ’κει και πέρα ο καθένας μας να αναλάβει εν πλήρη γνώσει και με καθαρή τη συνείδησή του τις ευθύνες των λόγων και κυρίως των πράξεών του.

Δεδομένο πρώτο:

Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα κλειστή στην παγκόσμια οικονομία. Βρέθηκε μάλιστα στην κορυφή της πυραμίδας του διεθνούς οικονομικού συστήματος, στην οικογένεια δηλαδή των λίγων αναπτυγμένων κρατών της γης. Τη θέση αυτή, την κατέκτησε η χώρα μας χάρη στην διπλή ένταξή της αρχικά στην ΕΟΚ το 1981 και 20 χρόνια αργότερα στην Ευρωζώνη. Έτσι, επί σειρά ετών, πετύχαινε να χρηματοδοτεί με φτηνό χρήμα το έλλειμμά της και να αναχρηματοδοτεί χωρίς δυσκολία το χρέος της, διασφαλίζοντας ένα υψηλό γενικό βιοτικό επίπεδο στους Έλληνες, που δεν δικαιολογούνταν από τις πραγματικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, με τις οποίες κατά κανόνα βρισκόταν σε αναντιστοιχία.

Δεδομένο δεύτερο:

Σήμερα διαπιστώνουμε, με τον σκληρό δυστυχώς τρόπο με τον οποίο συνηθίζουμε να μαθαίνουμε εμείς οι Έλληνες, πως εσφαλμένες πολιτικές δεκαετιών εκμηδένισαν την ανταγωνιστικότητά μας στο εξωτερικό και έθεσαν εκτός ελέγχου τα δημόσια οικονομικά μας στο εσωτερικό. Η διόγκωση ενός σπάταλου και αντιπαραγωγικού δημόσιου τομέα, η άσκηση κοινωνικής πολιτικής με δανεικά και μια ανάπτυξη που στηρίχτηκε στην κατανάλωση αντί για την επένδυση, μας οδήγησαν μεταξύ άλλων στο αδιέξοδο που βρισκόμαστε σήμερα. Το δίδυμο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αφενός, και των δημοσίων οικονομικών μας, αφετέρου, μάς γονάτισε. Το δημόσιο χρέος της χώρας εκτινάχθηκε σε δυσθεώρητα ύψη και έγινε βραχνάς που λίγο έλειψε να μας πνίξει. Σήμερα, είναι βέβαιον πως όταν ενταχθήκαμε στην ΕΟΚ, δεν ήμασταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις των ανοικτών ευρωπαϊκών αγορών και, σε λιγότερο από πέντε χρόνια τότε, φτάσαμε στο χείλος της κατάρρευσης. Όπως είναι επίσης βέβαιον πως, όταν υιοθετήσαμε το Ευρώ είκοσι χρόνια αργότερα, δεν ήμασταν έτοιμοι να αξιοποιήσουμε τη δύναμή του και σε λιγότερο από δέκα χρόνια, καταρρεύσαμε.

Δεδομένο τρίτο:

Σαν αποτέλεσμα, η ελληνική οικονομία έχασε την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών:

Το ελληνικό δημόσιο έχει αποκοπεί εντελώς από τη διεθνή αγορά των κεφαλαίων εκείνων που επενδύονται σε ομόλογα αναπτυγμένων κρατών και που συνήθιζαν να κομίζουν φτηνό χρήμα στη χώρα μας για να χρηματοδοτεί το έλλειμμά της και να αναχρηματοδοτεί το χρέος της. Την ίδια στιγμή, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου στη δευτερογενή αγορά εκποιούνται από τους κομιστές τους και τα αγοράζει μόνον η ΕΚΤ. Αυτό, όμως, δεν θα διαρκέσει για πολύ, καθώς ο ίδιος ο κ. Trichet δήλωσε πως ο σχετικός non-standard μηχανισμός του Securities Programme που θεσμοθέτησε, είναι περιορισμένου χρόνου.

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν αποκοπεί από την διεθνή διατραπεζική αγορά και η κύρια πηγή ρευστότητας που έχουν είναι και πάλι η ΕΚΤ. Και αυτό, όμως, δεν θα διαρκέσει για πολύ ακόμη, καθώς ήδη η ΕΚΤ αποσύρει την ρευστότητα που χορήγησε στις ευρωπαϊκές εμπορικές τράπεζες για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Το ελληνικό χρηματιστήριο έχει απομονωθεί από την χρηματιστηριακή αγορά της Ευρώπης, καταγράφοντας αποκλίνουσα πορεία και ρεκόρ πτώσης παγκοσμίως, με τους ξένους θεσμικούς επενδυτές να μην το εμπιστεύονται, διότι δεν εμπιστεύονται την ελληνική οικονομία. Πόσο θ’ αντέξει σε αυτή την απομόνωση;

Δεδομένο τέταρτο:

Η Ελλάδα πρέπει αφενός να αναδιαρθρώσει τον δημόσιο τομέα της για να εξυγιάνει τα δημοσιονομικά της, αφετέρου να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της για να θέσει ξανά την οικονομία της σε αναπτυξιακή τροχιά. Διότι, το κράτος δεν μπορεί να δαπανά ες αεί περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, ούτε και η οικονομία του να επιβιώνει στο διηνεκές εισάγοντας περισσότερα απ’ όσα εξάγει. Μόνον έτσι θα επανακτήσει η χώρα μας την αξιοπιστία της για να επανέλθει σαν αναπτυγμένο κράτος στις διεθνείς αγορές, προς όφελος και της αναχρηματοδότησης του χρέους της, και της βιωσιμότητας του τραπεζικού της συστήματος, και της ανάκαμψης του ελληνικού χρηματιστηρίου.

Διαφορετικά, η χώρα μας θα μετατραπεί σε μια αναδυόμενη οικονομία, ενώ και η παραμονή της στην Ευρωζώνη θα είναι πλέον εκ των πραγμάτων αδύνατη. Και αυτό είναι που πραγματικά διακυβεύεται στο κρίσιμο σημείο που έφτασε η κρίση που βιώνει η Ελλάδα σήμερα: το αν δηλαδή θα παραδώσουμε στα παιδιά μας ένα αναπτυγμένο κράτος εντός της Ευρωζώνης ή μια αναδυόμενη οικονομία εκτός Ευρωζώνης. Αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχει αντιμετωπίσει η χώρα μας στην ιστορία της.

Δεδομένο πέμπτο:

Στην Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έλαχε η ιστορική ευθύνη να απαντήσει σε αυτή την πρόκληση μέσα σε ένα ασφυκτικά περιορισμένο χρονικό διάστημα που δεν ξεπερνά τους 18 μήνες, προκειμένου να επαναφέρει την Ελλάδα, από τη θέση τής απομόνωσης στην οποία βρίσκεται σήμερα, σε θέση ισότιμου και ενεργού μέλους της οικογένειας των λίγων αναπτυγμένων κρατών της γης. Η οδός αυτή είναι η μόνη που θα διασφαλίσει μακροπρόθεσμα στη χώρα και στους πολίτες της ασφάλεια, ευημερία και προοπτική, σ’ ένα κόσμο μεταβαλλόμενο εξ αιτίας της δυναμικής εισόδου νέων ισχυρών κρατών και των αναδυομένων οικονομιών τους στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και η οδός αυτή διέρχεται από την επαναφορά της χώρας μας στις αγορές στις αρχές του 2012, όπως προβλέπεται.

Στο πλαίσιο αυτό, η κυβερνώσα παράταξη θα πρέπει να ξεκαθαρίσει τόσο στο εσωτερικό της Κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής της ομάδας, όσο και κυρίως μέσα στο ίδιο της το κόμμα, τι πραγματικά θέλει και τι μπορεί να κάνει. Διότι, τι πρέπει να κάνει (και τι πρέπει να κάνουμε όλοι μας) το γνωρίζει (και το γνωρίζουμε). Και δεν είναι πλέον αυτό που θέλουν οι εταίροι μας, ούτε καν το ΔΝΤ, που υποτίθεται πως είναι πιο κοντά στον παλμό των αγορών, στις οποίες και επιδιώκει να μας επαναφέρει. Είναι αυτό που θέλουν οι ίδιες οι αγορές, που δεν είν’ άλλες από τους συντηρητικούς επενδυτές απανταχού γης, οι οποίοι για να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους με χαμηλή απόδοση σε ομόλογα αναπτυγμένων κρατών, θα πρέπει ο εκδότης τους να τους παρέχει ασφάλεια, όπως μόνο τα αξιόπιστα αναπτυγμένα κράτη μπορούν. Αν νομίζουμε πως θα μπορέσουμε να ξεγελάσουμε τους εταίρους μας και το ΔΝΤ, ας το επιχειρήσουμε. Αποκλείεται, όμως, να ξεγελάσουμε τις αγορές. Όπως και δεν τις ξεγελάσαμε τελικά. Αποκαλυφθήκαμε και γι’ αυτό υποβίβασαν όχι μόνο το ranking των ομολόγων μας σε μη επενδύσιμο επίπεδο, αλλά και αυτό το ίδιο το status μας ως δανειζόμενης αναπτυγμένης χώρας. Αυτό συνέβη την 1η Ιουλίου 2010, σε συνέχεια της δεύτερης μεγάλης υποβάθμισης που υποστήκαμε από τον δεύτερο μεγαλύτερο διεθνή οίκο αξιολόγησης. Σε μας εναπόκειται να μη θυμόμαστε την ημερομηνία αυτή στο μέλλον ή – αντίθετα – να την αποτυπώσουμε στα ιστορικά μας βιβλία σαν την απαρχή μιας νέας πορείας της χώρας μας προς την απομόνωση και την υπανάπτυξη.

Η Κυβέρνηση αυτή παρέλαβε ένα αναπτυγμένο κράτος· υπό πτώχευση μεν, πλην όμως αναπτυγμένο. Δεν πρέπει να παραδώσει ένα αναδυόμενο! Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να κάνει ό,τι χρειάζεται προκειμένου να επανέλθει η χώρα στις αγορές, ώστε να μπορεί να δανείζεται και να εξυπηρετεί το χρέος της με όρους αναπτυγμένου και όχι αναδυόμενου κράτους. Αυτό επιτάσσει μακροπρόθεσμα το συμφέρον και της χώρας και του Έλληνα πολίτη. Και αυτό πρέπει να στηρίξουμε όλοι. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζουμε πως οι εθνικές οικονομίες λειτουργούν πλέον σε καθεστώς απόλυτης διαφάνειας. Ό,τι βιώνουμε καθημερινά στη χώρα μας, βρίσκεται την ίδια στιγμή στο μικροσκόπιο των διεθνών αγορών. Κι αν οι αγορές δεν έχουν ψυχή, έχουν όμως κρίση. Τούτο δεν σημαίνει πως ό,τι κάνουμε, θα το κάνουμε για τις αγορές. Οι αγορές είναι ένα εργαλείο. Απέναντί τους έχουμε ένα οικονομικό χρέος, το οποίο θα πρέπει να ξοφλήσουμε στην ώρα του και στο σύνολό του. Είναι και θέμα τιμής για τη χώρα, που πρέπει να σέβεται τις διεθνείς υποχρεώσεις της· που δεν είναι μόνο διεθνείς. Είναι και υποχρεώσεις απέναντι στις ελληνικές τράπεζες και στους καταθέτες τους, αλλά και στα ασφαλιστικά ταμεία και στους Έλληνες επενδυτές που κατέχουν κι αυτοί ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους μας. Κι ας μην ξεχνάμε πως όταν δανειζόμασταν από τις αγορές, ήμασταν ελεύθεροι, διότι αυτές δεν μας έστελναν επιτηρητές για να δουν πού πηγαίνουν τα λεφτά τους. Μας εμπιστεύονταν. Συμφωνούσαμε στο ποσό, το επιτόκιο και το χρόνο αποπληρωμής, κι από ’κει και πέρα ήμασταν ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι θέλαμε τα δανεικά τους. Τι τα κάναμε, όμως, τόσα λεφτά; Αυτό πρέπει να αναλογιστούμε. Γι’ αυτό, ό,τι κάνουμε, δεν θα το κάνουμε για τις αγορές, αλλά για τα παιδιά μας και το μέλλον αυτού του τόπου. Απέναντι σ’ αυτά έχουμε ένα ύψιστο ηθικό και ιστορικό καθήκον και πρέπει να το εκπληρώσουμε με αποφασιστικότητα.

Δεδομένο έκτο:

Στον αγώνα μας αυτό, όμως, δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε πλάι μας την παγκόσμια κοινότητα, που λίγο έλειψε να την βυθίσουμε σε μια νέα, ακόμη σκληρότερη και πολύ πιο επικίνδυνη ύφεση. Έχοντας αποκοπεί από τις αγορές, που δεν μας δάνειζαν πλέον, προστρέξαμε στους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους είμαστε μέλος. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε για να διασφαλίσει η χώρα μας τα 30 και πλέον δις που χρειαζόμασταν ακόμη μόνο για φέτος, προκειμένου να αποπληρώσουμε διεθνείς υποχρεώσεις μας. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, μέσα από μιαν άνευ προηγουμένου διεθνή κινητοποίηση, η κοινότητα των άλλων αναπτυγμένων κρατών της γης έθεσε στη διάθεση της χώρας μας ένα ποσό οικονομικής στήριξης μεγαλύτερο και από το άθροισμα του συνολικού χρέους χωρών όπως η Ρωσία και η Αργεντινή μαζί. Οι χώρες αυτές αφέθηκαν στην τύχη τους και πτώχευσαν. Διότι αυτές οι χώρες δεν ήσαν αναπτυγμένες. Η Ελλάδα, όμως, σώθηκε. Διότι η Ελλάδα ήταν μια αναπτυγμένη χώρα, που κινούνταν στην ίδια αγορά με τα άλλα αναπτυγμένα κράτη και γι’ αυτό δεν έπρεπε να παραπατήσει. Έχουμε, συνεπώς, υποχρέωση και απέναντι στην παγκόσμια κοινότητα, που την κρίσιμη στιγμή μας στήριξε και εξακολουθεί να μας στηρίζει για να μας βοηθήσει να επανέλθουμε στις αγορές να δανειζόμαστε ξανά με ευνοϊκούς όρους, να νοικοκυρέψουμε το κράτος μας και να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, για να ζήσουμε πλέον με τα δικά μας μέσα, να μη ξοδεύουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε και κυρίως να μην υπονομεύουμε το μέλλον των παιδιών μας επιβαρύνοντάς τα με χρέη που ποτέ δεν θα μπορέσουν να αποπληρώσουν. Και αυτά, αυτή την κληρονομιά δεν μπορούν να την αποποιηθούν. Εκτός κι αν αλλάξουν χώρα. Αυτό θέλουμε;

Δεδομένο έβδομο:

Γι’ αυτό και είναι υποχρέωσή μας να στηρίξουμε τώρα όλα εκείνα τα μέτρα, όσο επώδυνα κι αν είναι, για να πετύχουμε την αναγκαία προσαρμογή της οικονομίας μας, όσο βίαιη κι αν είναι, ώστε και τις υποχρεώσεις μας απέναντι στους δανειστές μας να εκπληρώσουμε στο ακέραιο, αλλά και, ελεύθεροι πλέον, να επιστρέψουμε το συντομότερο στις αγορές για να εξακολουθήσουμε να δανειζόμαστε με όρους αναπτυγμένου κράτους.

Διατυπώνεται η άποψη ότι δήθεν δεν μας στήριξαν για να μας σώσουν, αλλά για να σώσουν τις τράπεζές τους που κατέχουν το χρέος μας. Τίποτα ψευδέστερο και αποπροσανατολιστικότερο αυτού. Εάν ήθελαν να σώσουν μόνον τις τράπεζές τους, θα κρατούσαν τα 110 δις για να τα δώσουν σ’ αυτές όταν θα χρειάζονταν να ανακεφαλαιοποιήσουν όσες από αυτές θα είχαν πρόβλημα εξ αιτίας της δικής μας αφερεγγυότητας. Το έχουν ξανακάνει στο παρελθόν, θα το κάνανε και τώρα. Κι εμείς τι θα κάναμε τότε; Το χρέος ενός κράτους είναι χρέος και θα έπρεπε ούτως ή άλλως να αποπληρωθεί. Η ιστορική μας εμπειρία σαν Έθνος μάς διδάσκει ότι τίποτα δεν χαρίζεται, αφού μέχρι και τη δεκαετία του ’80 εξοφλούσαμε χρέη του 19ου αιώνα.

Διατυπώνεται επίσης η άποψη πως έπρεπε δήθεν να προχωρήσουμε σε αναδιάρθρωση του χρέους μας. Ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους μας το κατέχουν οι ελληνικές τράπεζες, που θα βρίσκονταν έτσι στο χείλος του γκρεμού, ενώ και η διάσωσή μας με τον τρόπο αυτό μέσα στην Ευρωζώνη δεν θα ήταν διασφαλισμένη. Για να μην αναφέρουμε πως η επάνοδός μας στη δραχμή που ορισμένοι υποστηρίζουν, θα είχε σαν αποτέλεσμα οι μελλοντικές γενιές να μην μπορούν πλέον να αποπληρώσουν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα το χρέος μας, ακόμη κι αν το περιορίζαμε κατά το ένα τρίτον, αφού τουλάχιστον ισόποση θα ήταν η υποτίμηση της νέας δραχμής, αν όχι μεγαλύτερη.

Διατυπώνεται τέλος η άποψη ότι μας έσωσαν δήθεν για να μην επεκταθεί η κρίση του χρέους στις άλλες αδύναμες όπως εμείς χώρες της Ευρωζώνης. Και είναι κακό αυτό; Είναι κακό μήπως για το Ευρώ; Είναι κακό για την Ευρωζώνη; Δεν είμαστε κι εμείς μέλος της Ευρωζώνης; Έχουμε άραγε συμφέρον να επεκταθεί η κρίση μας και σε άλλους εταίρους μας στην Ευρωζώνη;

Το πακέτο στήριξης των 110 δις συνιστά δημόσια χρήματα. Τα δημόσια κεφάλαια, όμως, δεν είναι απεριόριστα. Οι επενδυτές έχουν απεριόριστα κεφάλαια και όχι τα κράτη ή οι ενώσεις τους. Κι εμείς, στους επενδυτές πρέπει να επιστρέψουμε κι όχι στα κράτη για να ζητήσουμε κι άλλα λεφτά. Δεν είμαστε το μόνο Έθνος στον κόσμο που έχει ανάγκη διεθνούς δημόσιας στήριξης. Ήδη ορισμένα αναδυόμενα κράτη του G20 παραπονούνται γιατί οι αναπτυγμένοι εταίροι τους στηρίζουν σε τέτοιο βαθμό άλλα αναπτυγμένα κράτη όπως εμάς.

Το πακέτο στήριξης αποσκοπεί στο να μας βοηθήσει να επανέλθουμε στον μόνο τρόπο με τον οποίο ένα αναπτυγμένο κράτος όπως εμείς χρηματοδοτεί τα δημόσια ελλείμματά του και αναχρηματοδοτεί το χρέος του: στις αγορές των κεφαλαίων εκείνων που με χαμηλή απόδοση επενδύονται σε σταθερές αξίες ομολόγων αναπτυγμένων κρατών. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, έχουμε αυξημένη υποχρέωση και απέναντι στη διεθνή κοινότητα να αξιοποιήσουμε στο έπακρο την διεθνή στήριξη που παρασχέθηκε απλόχερα σε μας, ενώ πολλά κράτη της διεθνούς κοινότητας – ιδίως τα ελάχιστα αναπτυγμένα – αδυνατούν να βρουν πρόσβαση με τόσο χαμηλό επιτόκιο στη χρηματοδότηση που εξασφάλισε για μας (και σε τέτοιο βαθμό) η παγκόσμια κοινότητα.

...και ένα Ζητούμενο:

Τεχνικά, όσα επώδυνα μέτρα αναγκάζεται να λάβει τώρα η χώρα μας, είναι μόνιμα και θα ισχύσουν για όσο χρόνο απαιτηθεί προκειμένου να πετύχουμε τους στόχους μας: να αποκαταστήσουμε την αξιοπιστία της χώρας μας, να νοικοκυρέψουμε τα δημοσιονομικά μας, να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητά μας, για να ζούμε με ίδια μέσα όσο μας επιτρέπεται, και όχι με δανεικά, υπονομεύοντας το μέλλον των παιδιών μας και του τόπου.

Ουσιαστικά, όμως, όταν πετύχουμε τους στόχους μας, θα μπορούμε ελεύθερα όχι μόνο να επαναφέρουμε τα κεκτημένα, αλλά και να βελτιώσουμε το επίπεδο ζωής των πιο αδύναμων συμπολιτών μας. Διότι η Ιστορία διδάσκει πως, ακόμη και σε καιρούς απόλυτης κατάρρευσης ενός κράτους, δεν είναι οι πλούσιοι που την πληρώνουν, αλλά οι αδύναμοι πολίτες του. Αυτοί έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό κράτος για να τους στηρίξει. Κι αυτό το κράτος, εμείς πρέπει τώρα και γι’ αυτό το λόγο να κάνουμε τα πάντα να το σώσουμε.

Αλλά και να το αλλάξουμε. Διότι, το υπερβάλλον τίμημα που καταβάλλουν τώρα οι αδύναμοι συμπολίτες μας για να το σώσουν, χωρίς να φταίνε αυτοί για την κατάντια στην οποία περιήλθε, είναι το τίμημα εξαγοράς του δικού τους κράτους από αυτούς που το λυμαίνονταν και το έφεραν στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Ενός κράτους πιο δίκαιου, που θα λειτουργεί με δίκαιους κανόνες, θα θέτει δίκαιους κανόνες και θα τους επιβάλλει. Ενός κράτους που δεν θα ταυτίζεται με τον δημόσιο τομέα. Στην Ελλάδα μπερδέψαμε το πρώτο με τον δεύτερο, και για χάρη του δεύτερου, καταστρέψαμε το πρώτο. Σε λίγο μπορεί να μην υπάρχει ούτε το ένα, ούτε το άλλο και τότε θα μένει μόνο η Πατρίδα. Αυτή την Πατρίδα - και αυτό είναι το ζητούμενο - πρέπει τώρα να την ξαναφτιάξουμε κράτος, όποιο κι αν είναι το τίμημα. Και θα είναι βαρύ και πρέπει να το καταβάλουμε. Είναι κι αυτό ένα ιστορικό χρέος της γενιάς μας. Είκοσι χρόνια πριν, οι Γερμανοί ενώσανε τη δική τους πατρίδα χωρίς να λογαριάσουνε κόστος. Και ήταν μεγάλο. Γιατί να το λογαριάσουμε εμείς;
.
Παναγιώτης Γκλαβίνης
Αναπλ. Καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου
Νομικής Σχολής ΑΠΘ

.
Χρήστος Ελευθεριάδης
Αναπλ. Καθηγητής Σχολής Θετικών Επιστημών ΑΠΘ
Τομέας Πυρηνικής Φυσικής & Φυσικής Στοιχειωδών Σωματιδίων

Μέλη του Δ.Σ. του Ενιαίου Συλλόγου ΔΕΠ του ΑΠΘ
.

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

γιατί δεν απεργούμε

.
Επιθυμώντας να συμβάλλουμε στην κοινή προσπάθεια εξόδου της χώρας από τη βαθύτατη κρίση, δεν απεργούμε, όχι γιατί πιστεύουμε ότι ο κλάδος μας έτυχε δίκαιης μεταχείρισης, αλλά γιατί συναισθανόμαστε την απόλυτη ανάγκη να διασωθεί η χώρα από την κατάρρευση. Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμούμε ότι η κοινή προσπάθεια πρέπει να εξατομικευθεί σε όλα τα επίπεδα του χώρου δουλειάς μας και για όλους εμάς που εργαζόμαστε στο Πανεπιστήμιο και αμειβόμαστε από το Δημόσιο.
.
Καλούμε τους συναδέλφους όλων των τμημάτων, σχολών, νομικών προσώπων και πάσης φύσεως υπηρεσιών του ΑΠΘ, να λειτουργήσουν πλέον στους δημόσιους πανεπιστημιακούς χώρους δουλειάς και δράσης ωσάν να επρόκειτο για το δικό τους σπίτι και το δικό τους ιδιωτικό γραφείο. Να αποφεύγουν ή να περιορίζουν οποιαδήποτε μη απαραίτητη δαπάνη, όπως θα έκαναν στο δικό τους νοικοκυριό ή θα συμπεριφέρονταν στη δική τους ατομική επιχείρηση. Σαν να πλήρωναν οι ίδιοι το ρεύμα, το νερό, το τηλέφωνο και τα αναλώσιμα που ξοδεύουν ή το φωτοτυπικό μηχάνημα που συντηρούν, σαν να έβαφαν με δικά τους έξοδα το χώρο δουλειάς τους ή ν' αποκαθιστούσαν με δικές τους δαπάνες τις ζημιές στο σπίτι τους.
.
Ας αναλογιστούμε πλέον τί μπορούμε να κάνουμε ο καθένας και η καθεμιά από εμάς για τη χώρα μας, διότι η χώρα μας αδυνατεί πια να κάνει για μας ό,τι συνήθιζε να κάνει ή και να μην κάνει τα τελευταία 30 χρόνια.
.