Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

αποστολή εξετελέσθη

.


Σήμερα η Συμπαράταξη ολοκλήρωσε την αποστολή της με φινέτσα πολίτικης κουζίνας, ενώνοντας την ανανεωτική πτέρυγα της ΠΟΣΔΕΠ στο πλαίσιο μιας ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ, την οποία διασφάλισε σε συνεργασία με τις παρατάξεις που ανέδειξε η πλειοψηφία του 11ου Συνεδρίου. 

Τίτλοι τέλους για την πιο εμβληματική ανανεωτική παράταξη καθηγητών πανεπιστημιακού ιδρύματος της χώρας στα πρώτα αποφασιστικά βήματα του μαραθωνίου της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.


Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

οι ιστορικές ευθύνες της ανανεωτικής πτέρυγας στην ΠΟΣΔΕΠ


Το 11ο Συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ τελείωσε. Οι ευθύνες των παρατάξεων που κάνανε την ανατροπή το 2009 να δώσουνε λύση στη συγκρότηση του Προεδρείου, ώστε να παγιωθεί η πλειοψηφία που διαμορφώθηκε στο 9ο Συνέδριο, διατηρήθηκε στο 10ο και συντηρήθηκε στο 11ο, είναι τώρα μεγάλες. Το εντυπωσιακό ποσοστό της Ενωτικής Ακαδημαϊκής Πρωτοβουλίας και οι θέσεις που κατέλαβε στη Διοικούσα Επιτροπή και την Εκτελεστική Γραμματεία, θα ενισχύσουν μεν την ανανεωτική πτέρυγα, δεν αρκούν όμως για να συγκροτήσουν ένα ανανεωτικό Προεδρείο χωρίς πρώτα να τα βρουν μεταξύ τους οι τρεις «μεγάλοι» που διοίκησαν την ΠΟΣΔΕΠ από το 2009 μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό και οι ευθύνες τους αυτή τη φορά είναι ιστορικές. Ήδη, οι κακοί χειρισμοί τους στο 11ο Συνέδριο χάλασαν τη γιορτή που δικαιούνταν οι ανανεωτικές δυνάμεις μετά την οριστική επικράτησή τους στο Συνέδριο αυτό και την ενίσχυσή τους με καινούργιες προτάσεις, όπως αυτή της Πρωτοβουλίας. 

Οι ιστορικές παρατάξεις της ανανέωσης θα πρέπει να προσέξουν να μην απογοητεύσουν τους συναδέλφους που τους στήριξαν και πάλι σε μια δύσκολη πολιτική και ακαδημαϊκή συγκυρία, υψώνοντας ένα απροσπέλαστο τείχος στην αντεπίθεση των αντιδραστικών δυνάμεων και εμποδίζοντας την ανακατάληψη της ΠΟΣΔΕΠ από ένα σχήμα που συγκροτήθηκε για τις περιστάσεις, πρόθυμο να συνεργαστεί με οποιονδήποτε για να το πετύχει. Οι ιστορικές παρατάξεις της ανανέωσης θα πρέπει να γνωρίζουν πως υπόκεινται και οι ίδιες στο νόμο της ανανέωσης. Η ΑΣΚΕΥ το επιχείρησε, αλλά δεν έπεισε. Την επόμενη φορά, μπορεί και πρέπει να το καταφέρει. Οι δυο άλλες, ΚΙΠΑΝ και ΑΡΜΕ, λειτουργούν ακόμη με τη δυναμική της ώθησης που τους προσέδωσαν συνάδελφοι όπως εμείς το 2009, όταν συσπειρωθήκαμε γύρω τους για να προκαλέσουμε τη μεγάλη ανατροπή. Η ώθηση εκείνη εξαντλήθηκε φέτος. 

Για να ενισχυθεί εκ νέου η ανανεωτική δυναμική, χρειάζονται νέες προτάσεις, νέα σχήματα και νέοι άνθρωποι. Αυτό, νομοτελειακά, θα γίνει στο επόμενο Συνέδριο. Μέχρι τότε, όμως, η ευθύνη των τριών ανανεωτικών δυνάμεων να προστατεύσουν την ΠΟΣΔΕΠ από την αδρανοποίηση και την εξουδετέρωση που θέλουν να της επιβάλουν οι αντιδραστικές δυνάμεις, αφού στο μεταξύ απέτυχαν να την ανακαταλάβουν, είναι τεράστια. Καλά θα κάνουν να την αναλάβουν στο ακέραιο, διαφορετικά θα υποστούν ιστορική καταδίκη το 2015. Να προσέξουν, λοιπόν, και την υστεροφημία τους και να προετοιμάσουν τα διάδοχα σχήματα, αξιοποιώντας προτάσεις όπως αυτή της Πρωτοβουλίας, που κατάφερε μια μικρή επανάσταση στο Πανεπιστήμιό της. Γιατί άραγε; Το κέντρο θα πρέπει να αναρωτηθεί. Εάν κατεβαίναμε περισσότερο επιθετικοί στο Συνέδριο, σήμερα θα ήμασταν ρυθμιστές της κατάστασης. Δεν θελήσαμε, όμως, να προκαλέσουμε, πέρα από την αυτοπροστασία μας που φροντίσαμε να διασφαλίσουμε για να μην απογοητεύσουμε τους νέους ψηφοφόρους μας πίσω στο ΑΠΘ, επειδή το μέλλον είναι μπροστά μας.Τέλος, από την ανανεωτική πτέρυγα θα πρέπει να προκύψουν οι όροι και να αναδυθούν οι εκφραστές της νέας αντιπαράθεσης. Οι αντιδραστικές δυνάμεις και οι μάχες χαρακωμάτων που δίναμε μαζί τους, θα πρέπει κάποια στιγμή να κλειστούν στο χρονοντούλαπο της θλιβερής ιστορίας των χειρότερων χρόνων του πανεπιστημιακού συνδικαλισμού. Η μεγαλύτερη συμβολή των ανανεωτικών δυνάμεων σε αυτό το στάδιο είναι η διασφάλιση των συνθηκών της διάδοχης κατάστασης που πρέπει να ετοιμάσουν. Δεν αρκεί μόνο να έχεις προσφέρει. Κάποια στιγμή πρέπει να ξέρεις και να φεύγεις χωρίς ν' αφήνεις πίσω σου συντρίμμια. 

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

η οργή της θεάς Αθηνάς



Στις μέρες μας, συζητάμε πολύ για την αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα. Πόσοι, όμως, συνειδητοποιούμε ότι, πέρα από τις κλασικές δημόσιες υπηρεσίες που μας έρχονται στο νου, στο δημόσιο τομέα ανήκουν π.χ. και τα σχολεία ή τα νοσοκομεία; Πόσοι είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε ότι –πλάι στις δημόσιες υπηρεσίες που όλοι αναγνωρίζουμε ότι πρέπει να νοικοκυρευτούν– θα πρέπει να αναδιαρθρώσουμε και τα πανεπιστήμια για τους ίδιους ακριβώς λόγους; Πόσοι αντιλαμβάνονται ότι είναι κι αυτά δημόσιος τομέας; Και ότι θα πρέπει κι αυτά να αναδιαρθρωθούν εάν θέλουμε να επιβιώσει το κράτος, που μόλις και μετά βίας μπορεί πλέον να καλύψει τους μισθούς των υπαλλήλων του χωρίς να δημιουργεί έλλειμμα;

Και όμως. Πέρα από Μνημόνια και Τρόικες, η αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα είναι πρωτίστως θέμα εθνικό και καλύπτει όλους τους τομείς, στους οποίους το κράτος ήταν ενεργό τα χρόνια της υπερβολής. Ένας από αυτούς είναι και η ανώτατη εκπαίδευση. Πεντακόσια τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ στα μηχανογραφικά δεν μπορούσαν να είναι βιώσιμα, και αυτό το γνωρίζαμε ήδη από τότε. Κανείς, όμως, δεν τολμούσε να βάλει τάξη. Η κρίση αποκάλυψε πόσο ευάλωτο και ετοιμόρροπο ήταν το γιγαντωμένο και απλωμένο σε όλη την επικράτεια σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης. Και θα είχε καταρρεύσει πριν ξεσπάσει η δημοσιονομική κρίση, εάν δεν το στήριζε ο κρατικός προϋπολογισμός, το διαρκώς αυξανόμενο έλλειμμα του οποίου χρηματοδοτούνταν, ωστόσο, με δανεικά, που τώρα αδυνατούμε να αποπληρώσουμε. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα τού πώς φτάσαμε ως εδώ. Μας βοηθά να διακρίνουμε το αίτιο, που είναι η υπερβολή, από το αιτιατό, που είναι η κρίση, αλλά και από τη θεραπεία της κρίσης, που είναι οι πολιτικές του Μνημονίου, τις οποίες αναγκαζόμαστε τώρα, με το γνωστό άσχημο τρόπο με τον οποίο συνηθίζουμε να μαθαίνουμε εμείς οι Έλληνες, να ακολουθήσουμε.

Το ποιος φταίει για την κατάσταση αυτή, το γνωρίζουμε όλοι. Διότι φταίμε όλοι. Φταίμε κατ’ αρχήν εμείς οι Πανεπιστημιακοί, διότι χωρίς τη δική μας συνδρομή (και πίεση πολλές φορές) δεν επρόκειτο να δημιουργηθούν 500 τμήματα ανά την επικράτεια. Φταίνε οι πολιτικοί, αλλ' αυτό έχει πλέον καταντήσει άλλοθι για να κρύψουν τις ευθύνες τους πολλοί άλλοι που ακολουθούν στην αλυσίδα των υπευθύνων, η οποία είναι μακρά και ακουμπάει και τις τοπικές κοινωνίες, που πίεζαν για τη δημιουργία σχολών και τμημάτων στον τόπο τους ελλείψει άλλης αναπτυξιακής δραστηριότητας. Ακουμπάει και την ίδια την κοινωνία, που εκπαιδεύτηκε να στέλνει τα παιδιά της στα Πανεπιστήμια να πάρουν ένα ... χαρτί, μόνο και μόνο για να διεκδικήσουν στη συνέχεια μια θέση στο δημόσιο.

Και όμως. Κανένα ειδικό δικαστήριο δεν πρόκειται να στηθεί για το τεράστιο αυτό σκάνδαλο, στο οποίο συντελέσαμε όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του. Αφού, λοιπόν, τη «γλυτώσαμε» όλοι μας, αν και υπεύθυνοι εις ολόκληρον, ας δούμε τώρα πώς λύνουμε το πρόβλημα. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι λογικό η θεά Αθηνά, που επιστρατεύτηκε να μας βοηθήσει, να είναι οργισμένη απέναντί μας. Εμάς, τους ανάξιους κληρονόμους της σοφίας της! Πώς καταντήσαμε έτσι τον κατ’ εξοχήν οίκο της; Τον οποίο και αυτοδιοικούσαμε, υποτίθεται; Τώρα καλούμαστε να τον νοικοκυρέψουμε. Τι κάναμε, όμως, μέχρι τώρα; Τον καιρό της κρίσης, τι κάναμε;

Ο πολύς κόσμος δεν ξέρει ότι ο νόμος 4009 που ψήφισαν τα τέσσερα πέμπτα της Βουλής το καλοκαίρι του 2011, προέβλεπε μια διαδικασία συγχώνευσης από τα κάτω, από την ίδια δηλαδή την Πανεπιστημιακή Κοινότητα. Αυτή, όμως, εμποδίστηκε με τη βία να εκλέξει τα νέα όργανα διοίκησης του Πανεπιστημίου που είχε θεσμοθετήσει ο νόμος αυτός. Με τη θλιβερή στάση των Πρυτάνεων, από τη μια μεριά, και την κινητοποίηση από τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ των πιο αντιδραστικών πανεπιστημιακών δυνάμεων, από την άλλη, χάσαμε έναν ολόκληρο χρόνο. Το καλοκαίρι του 2012, ο κ. Αρβανιτόπουλος προχώρησε σε μια μείζονα τροποποίηση του νόμου. Ανέλαβε ο ίδιος την αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης. Σαν αποτέλεσμα της νέας ρύθμισης, σήμερα έχουμε το πρώτο δείγμα μιας διαρθρωτικής ανασυγκρότησης του πανεπιστημιακού χάρτη της χώρας. Θα θέλαμε να είναι πιο γενναίο το βήμα αυτό. Ευελπιστούμε ότι θάρθουν κι άλλα στη συνέχεια. Τι πιστεύουμε γι’ αυτό; Δεν θ’ αρχίσουμε να καταγγέλλουμε και πάλι ό,τι δε μας αρέσει, διότι αποτύχαμε –ακόμη μια φορά– να κάνουμε εμείς από μόνοι μας, όταν μας δόθηκε η ευκαιρία, ό,τι επιχειρεί να κάνει τώρα η Πολιτεία. Θα υποστούμε, λοιπόν, τη δίκαιη οργή της θεάς Αθηνάς, με την ευχή να μας λυπηθεί, φωτίζοντας αυτούς που πρέπει…

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

αναζητώντας τους όρους μιας νέας αντιπαράθεσης

.
Η μίζερη αντιπαλότητα με το χθες

Πριν δυο (2) χρόνια, όταν δίναμε για δεύτερη φορά τη μάχη που δίνουμε σήμερα από τις τάξεις της Ενωτικής Πρωτοβουλίας, είχαμε πει ότι συγκρούονταν δυο αντιλήψεις σ’ εκείνες τις εκλογές του ΕΣΔΕΠ. Ανατρέχοντας δε στην πρώτη εκλογική διακήρυξη της Συμπαράταξης τέσσερα (4) χρόνια πριν, θα διαπιστώσουμε ομοιότητες με τη διακήρυξη της Ενωτικής Πρωτοβουλίας που προκαλούν θλίψη, γιατί ανακαλύπτουμε πως βρισκόμαστε πάλι στο σημείο «μηδέν»! Αναδεικνύουμε τα ίδια προβλήματα και μαχόμαστε για τα ίδια πράγματα σαν να μην πέρασε μια μέρα. Κι αν πάμε ακόμη πιο πίσω έξι (6) χρόνια πριν, θα διαπιστώσουμε πως η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ του ελεύθερου ανανεωτικού λόγου, που άρχιζε τότε να εκφέρεται στα Πανεπιστήμια, και του παρωχημένου συνδικαλιστικού λόγου της Μεταπολίτευσης, που εξακολουθούσε να μονοπωλεί το συνδικαλισμό στα ΑΕΙ, κινούνταν και πάλι γύρω από τα ίδια θλιβερά ζητήματα, που σε κανένα Πανεπιστήμιο σε ολόκληρο τον αναπτυγμένο κόσμο, στον οποίο θέλουμε να ανήκουμε, δεν τίθενται. Δεν είναι τυχαίο πως είμαστε η μόνη χώρα που συμμετέχει στη διαδικασία της Bologna, η οποία δεν την έχει ακόμη υιοθετήσει. Οι άλλες χώρες συζητούν ήδη την υπέρβασή της, πάνε παρακάτω με άλλα λόγια, τη στιγμή που εμείς εδώ νιώθουμε υπερήφανοι που αντισταθήκαμε στην προσαρμογή μας στις εξελίξεις του ευρωπαϊκού χώρου εκπαίδευσης και έρευνας.

Οι συνέπειές της

Επειδή, λοιπόν, αντί να συζητάμε για την προσαρμογή μας στις ανάγκες μιας ανοικτής πλέον κοινωνίας και μιας διεθνοποιημένης οικονομίας, αναλωθήκαμε σε μάχες χαρακωμάτων με το χθες, δεν καταφέραμε ούτε αυτή τη φορά να αρθρώσουμε έναν ενιαίο και συνεκτικό λόγο πάνω στην πορεία που θα θέλαμε να ακολουθήσει η ανώτατη εκπαίδευση, σε καιρούς μάλιστα κατά τους οποίους θα έπρεπε να συσπειρωθούμε και να καταθέσουμε μια κοινή πρόταση στην Πολιτεία. Ήρθε έτσι η τελευταία και νομοθέτησε πάλι εν τη απουσία μας. Μας δυσαρεστεί να επαναλαμβάνουμε πως εμείς τα λέγαμε... Πώς, όμως, να μην υπενθυμίσουμε αυτό που διακηρύσσαμε στην πρώτη κιόλας εκλογική διακήρυξη της Συμπαράταξης τέσσερα (4) χρόνια πριν;

«Εμείς, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και εμπλεκόμενοι, δεν έχουμε μέχρι σήμερα καταφέρει να διαμορφώσουμε τη δική μας κοινή θέση για την αναβάθμιση της Ανώτατης Παιδείας και να την επιβάλλουμε στην πολιτική εξουσία, με αποτέλεσμα να έρχονται οι κυβερνήσεις να νομοθετούν (τις περισσότερες φορές άστοχα) κι εμείς μετά να περιοριζόμαστε - στην καλύτερη περίπτωση - ν' ασκούμε κριτική, αφήνοντας κάποιους να στέλνουν στην κοινωνία το παραπλανητικό μήνυμα ότι τίποτα δεν θέλουμε να αλλάξει.»

Δεν νιώθουμε δικαιωμένοι. Νιώθουμε απογοητευμένοι, γιατί μια ακόμη μάχη με το χθες βρίσκεται μπροστά μας.

Μια ακόμη μάχη για τη διεκδίκηση του αυτονόητου

Αναρωτηθήκαμε ποτέ ποιες ιδέες αντιπαρατίθενται για να κτίσουμε το μέλλον του Πανεπιστημίου μας, αν όχι το Πανεπιστήμιο του μέλλοντός μας; Κατανοούμε, άραγε, πως το να εξεγειρόμαστε γιατί χάνουμε ένα παρελθόν καλύτερο από το παρόν, χωρίς να αναζητούμε τον τρόπο με τον οποίο θα κερδίσουμε το μέλλον, δεν μας φέρνει πίσω ούτε το παρελθόν, ούτε μας πάει μπροστά στο μέλλον; Ποιος δρόμος θα μας οδηγήσει στο αύριο; Αυτός του παρελθόντος; Όσοι πιστεύουν ότι πίσω μας βρίσκονται οι καλές ημέρες κι εκεί πρέπει να αναζητήσουμε το μέλλον μας, στην καλύτερη περίπτωση πλανώνται, στη χειρότερη ψεύδονται. Πίσω μας βρίσκονται πράγματι καλές ημέρες... Που δεν είχαν, όμως, μέλλον, αν κρίνουμε από το θλιβερό παρόν.

Ποιες ιδέες, όμως, αντιπαρατίθενται για το Πανεπιστήμιο του μέλλοντός μας;
  • Μήπως αντιπαρατίθενται η κατάργηση των ECTS, από τη μια μεριά, και η πρόσδεσή μας στο ευρωπαϊκό μέλλον του ενιαίου χώρου της Εκπαίδευσης και της Έρευνας, από την άλλη;
  • Μήπως αντιπαρατίθενται η νομιμοποίηση της ανυπακοής των καταλήψεων που αποφασίζονται «δημοκρατικά», από τη μια μεριά, και ο σεβασμός της ελεύθερης πρόσβασης στο πανεπιστήμιο από τους νόμιμους χρήστες του, από την άλλη;
  • Μήπως αντιπαρατίθενται η αναγνώριση του δικαιώματος κάποιων να διαλύουν μια Σύγκλητο ή να την λαμβάνουν όμηρο για να λάβει μια απόφαση της αρεσκείας των, επειδή έτσι αποφάσισαν οι γενικές τους συνελεύσεις, από τη μια μεριά, και η ελεύθερη και απρόσκοπτη λειτουργία των ακαδημαϊκών οργάνων, από την άλλη;
  • Μήπως αντιπαρατίθενται η ηλεκτρονική ψηφοφορία, από τη μια μεριά, και η στημένη συνέλευση παραταξιακών στρατών, από την άλλη;
  • Μήπως αντιπαρατίθενται η ανάδειξη ελεύθερων προσωπικοτήτων στο πλαίσιο μιας παράταξης, από τη μια μεριά, και η στοίχιση του κοπαδιού πίσω από έναν τσοπάνη σ' ένα μαντρί, από την άλλη;
Δυστυχώς, αυτά αντιπαρατίθενται, συνάδελφοι! Αυτά, όμως, δεν είναι αντιπαράθεση ιδεών για το μέλλον του Πανεπιστημίου, αλλά μάχες χαρακωμάτων με το θλιβερό παρελθόν μας. Μια τέτοια μάχη θα κληθούμε να δώσουμε ξανά στις 22 Ιανουαρίου και ας ελπίσουμε να είναι η τελευταία. Τη μάχη αυτή πρέπει να την κερδίσουμε για να μεγαλώσουμε τον κοινό μας παρονομαστή, που στην περίπτωσή μας δεν είν’ άλλος από το ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ.

Σε αναζήτηση των όρων μιας νέας αντιπαράθεσης

Αρκεί, όμως, να κερδίσουμε τη μάχη του αυτονόητου για να διασφαλίσουμε και το μέλλον του Πανεπιστημίου; Είναι μεν αναγκαία συνθήκη αυτή, δεν είναι, όμως, ικανή. Γι’ αυτό, πρέπει να αφήσουμε γρήγορα πίσω μας την αντιπαλότητα με τους παλιούς όρους και με τους παλιούς εκφραστές της και να αναζητήσουμε χωρίς καθυστέρηση τη νέα εκείνη αντιπαλότητα πάνω στη μελλοντική πορεία του Πανεπιστημίου και τη δική μας, που θα μας επιτρέψει να κάνουμε την υπέρβασή μας και στον πανεπιστημιακό συνδικαλισμό και να βάλουμε επιτέλους τα πραγματικά ζητήματα στο τραπέζι και πάνω σ’ αυτά να τοποθετηθούμε:
  • Πού θέλουμε να το πάμε το Πανεπιστήμιο, άραγε; Ποιος είναι ο σκοπός που θα θέλαμε να επιδιώξει; Έχουμε σκεφτεί ποτέ να επαναδιατυπώσουμε το σκοπό του Πανεπιστημίου μας; Ποιος είν’ αυτός; Ποιος θέλουμε να είναι; Έχει λόγο σ’ αυτό η Κοινωνία; Έχει λόγο η Πολιτεία;
  • Με ποια μέσα θα πετύχει το Πανεπιστήμιο τον σκοπό του; Αρκούν αυτά που μας παραχωρεί το Κράτος; Πώς θα αναζητήσουμε τα πρόσθετα εκείνα μέσα που απαιτούνται για να στηρίξουμε τις (όποιες) ακαδημαϊκές επιλογές μας;
  • Ποιες είναι οι προτεραιότητές μας; Ποιες είναι οι προτεραιότητες στην εκπαίδευση και την έρευνα; Είναι η διάσωση του «όλου ΑΠΘ»; Ποιες είναι οι προτεραιότητες στη διοίκηση και τη διαχείριση του Πανεπιστημίου; Είναι η άσκηση κοινωνικής πολιτικής ή της εκπαιδευτικής και ερευνητικής αποστολής μας;
  • Ποιο Πανεπιστήμιο θέλουμε για το δικό μας μέλλον, για το μέλλον των παιδιών που εκπαιδεύουμε και για το μέλλον της ίδιας της Χώρας που υπηρετούμε; Εναπόκειται, άραγε, σ’ εμάς να τα καθορίσουμε όλα αυτά; Και σε ποιο βαθμό;
  • Ποιος θέλουμε να είναι στο εξής ο ρόλος του Κράτους και ποιος ο δικός μας; Ποιες είναι οι νέες σχέσεις που θέλουμε να διαμορφώσουμε με ένα Κράτος που κόντεψε να μας πνίξει στην αγκαλιά του;
  • Πώς μπορούμε να ενισχύσουμε τις χαμηλές αποδοχές που λαμβάνουμε, προκειμένου και την αξιοπρέπειά μας να διαφυλάξουμε, αλλά και τον σκοπό του Πανεπιστημίου μας να θεραπεύσουμε;
  • Πώς θα δείξουμε στην Κοινωνία ότι ένα άλλο Πανεπιστήμιο τής αξίζει, εάν δεν αποδείξουμε σε εμάς τους ίδιους ότι ένα άλλο Πανεπιστήμιο μάς ταιριάζει; Ποιο είν’ αυτό;
  • Τι πρέπει να διδάσκει στους φοιτητές; Πώς να τους προετοιμάζει καλύτερα για να βρουν δουλειά; Πώς θα προάγει αποτελεσματικότερα την έρευνα και πως θα την διασυνδέει καλύτερα με τις νέες ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας; Πρέπει το Πανεπιστήμιο να προσαρμόζεται στις ανάγκες αυτές;
Αυτά είναι ορισμένα μόνο από τα κρίσιμα θέματα, επί των οποίων κανείς μας μέχρι τώρα δεν έχει αντιπαρατεθεί με κανέναν οργανωμένα και συστηματικά στην Πανεπιστημιακή Κοινότητα. Δεν καταφέραμε να δούμε πού συμφωνούμε και πού διαφωνούμε σ’ αυτά όσοι εμπλακήκαμε στα δημόσια πανεπιστημιακά πράγματα τα τελευταία χρόνια, γιατί αναλωθήκαμε σε μάχες χαρακωμάτων για τη διεκδίκηση του αυτονόητου. Γιατί την ατζέντα, την διαμόρφωναν οι ιδεολογικοί μας αντίπαλοι από το παρελθόν, με όρους του παρελθόντος και με μέσα επίσης από το παρελθόν, τα οποία δεν διαθέταμε εμείς για να τους αντιμετωπίσουμε (όπως παραταξιακούς στρατούς, ντόπιες πανεπιστημιακές δυνάμεις, κλπ.).

Το διακύβευμα των εκλογών της 22ας Ιανουαρίου

Αν δεν καταφέρουμε στις επερχόμενες εκλογές να κλειδώσουμε στο χρονοντούλαπο των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, όπου σταμάτησε το ρολόι του πανεπιστημιακού συνδικαλισμού, την παλιά αντιπαλότητα με τις ιδεολογίες που στο μεταξύ γίνανε ιδεοληψίες, θα σπαταλήσουμε ακόμη μια ευκαιρία να θίξουμε τα καυτά ζητήματα από τα οποία κρίνεται το μέλλον και του Πανεπιστημίου και το δικό μας. Εάν δεν καταφέρουμε να μετατοπίσουμε εμείς το κέντρο βάρους της ακαδημαϊκής συζήτησης από το σημείο μηδέν στο οποίο βρίσκεται αυτή σήμερα στο πεδίο μιας νέας, υγιούς αντιπαράθεσης για τους όρους οργάνωσης και λειτουργίας του καινούργιου Πανεπιστημίου και το ρόλο μας μέσα σ’ αυτό, η κρίσιμη συζήτηση θα συνεχίσει να διεξάγεται στα συλλογικά διοικητικά μας όργανα και κάπου μεταξύ Συνόδου Πρυτάνεων και Υπουργείου Παιδείας μακριά από μας, με αποφασιστικό παράγοντα σε τελευταίο βαθμό το Υπουργείο των Οικονομικών. Τη μάχη που δε θα έχουμε δώσει, θα την κερδίσουν τελικά τα ιδιωτικά πανεπιστήμια χωρίς εμείς να ρίξουμε μια τουφεκιά, επειδή θα έχουμε στο μεταξύ επιλέξει και πάλι να βράσουμε στο ζουμί μας…

Γι’ αυτό, καλούμε τους συναδέλφους να στηρίξουν τα ψηφοδέλτια της Ενωτικής Πρωτοβουλίας για το ΑΠΘ στις εκλογές της 22ας Ιανουαρίου. Για τον εκσυγχρονισμό και του λόγου και του ρόλου του πανεπιστημιακού συνδικαλισμού.
.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

αισιόδοξα μηνύματα

.

Ένα ηλιόλουστο πρωινό την πρώτη του έτους, ο Johann Strauss στο κλείσιμο της Φιλαρμονικής της Βιέννης και τα αισιόδοξα μηνύματα διακεκριμένων συναδέλφων που μάς συγκίνησαν, αυξάνουν τις προσδοκίες μας για τη νέα χρονιά και μας επιβάλλουν αλλαγή διαθέσεως.

Η κυρία Χρυσούλα Βεληγιάννη μάς έγραψε: «Ώστε η ΠΣ λιγότερο αισιόδοξη αυτήν την παραμονή Πρωτοχρονιάς. Σπεύδω λοιπόν να προσθέσω αισιοδοξία. Είμαι αισιόδοξη, διότι η Ιστορία ήδη έχει αλλάξει κατεύθυνση, η κατεύθυνση είναι ήδη ορατή και το νέο βρίσκεται καθ’ οδόν με πολλούς και ποικίλους καλούς συνοδοιπορούντες». Ο Λουκάς Βλάχος μάς είπε πως «το καινούργιο δεν το αναμένουμε, θα το φέρουμε εμείς. Η αισιοδοξία μας να παραμείνει το ισχυρό χαρτί μας για το νέο έτος». Και ο Νίκος Μουσιόπουλος: «Αν πραγματικά θελήσουμε, τα πράγματα θα πάνε καλύτερα το 2013». Ο δε Γιάννης Μουρέλος μάς θύμισε τη ρήση του Gandhi: «Όταν βρίσκομαι σε απόγνωση, σκέπτομαι πως στην Ιστορία επικράτησαν πάντα η Αλήθεια και η Αγάπη. Τύραννοι υπήρξαν πολλοί. Ορισμένοι μάλιστα από αυτούς φάνταζαν ανίκητοι. Πάντοτε όμως έπεσαν! Πάντοτε!»

Επανάληψη στο ορθό, λοιπόν!