Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Καλή Χρονιά !





et la mer efface sur le sable...

Το 2012 θάναι καλύτερο,
αν το θελήσουμε
κι αν το πιστέψουμε.


Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Η Πανεπιστημιακή Κοινότητα του ΑΠΘ βάζει υποψηφιότητα…


Οι εκλογές για την ανάδειξη των εσωτερικών μελών των Συμβουλίων στα ΑΕΙ θα είναι ο πρώτος μεγάλος σταθμός στη μακρά πορεία μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης. Την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου έληξε η προθεσμία για την υποβολή υποψηφιοτήτων στο ΑΠΘ για τη διεκδίκηση των οκτώ θέσεων στο Συμβούλιο του Ιδρύματος. Οι υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν ξεπέρασαν κάθε προσδοκία όσων δεν θέλουν τίποτε ν’ αλλάξει στα Πανεπιστήμια. Πάνω από είκοσι (20) καθηγητές υπέβαλαν υποψηφιότητα και θα συμμετάσχουν στις εκλογές για μια θέση στο Συμβούλιο του ΑΠΘ, διαψεύδοντας τις Κασσάνδρες που ήθελαν να μην προχωράει η μεταρρύθμιση.


Η Πανεπιστημιακή ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ, δεύτερη δύναμη στο Σύλλογο των Καθηγητών του ΑΠΘ, υποστήριξε αταλάντευτα την αναγκαιότητα αυτής της μεταρρύθμισης από την αρχή. Δεν μπορούμε, λοιπόν, σήμερα παρά να εκφράσουμε την ικανοποίησή μας για την ανταπόκριση των συναδέλφων στην εκλογική διαδικασία, γεγονός που υποστηρίζει την σταθερά δηλωμένη θέση μας ότι η πλειοψηφία των συναδέλφων επιθυμεί τις μεταρρυθμίσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας και τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό περιβάλλον.


Η καρδιά της μεταρρύθμισης χτυπά τώρα στη Θεσσαλονίκη. Γι’ αυτό προσβλέπουμε σε μια ομαλή διεξαγωγή των εκλογών στο Πανεπιστήμιό μας και καλούμε όλους τους συναδέλφους μας να στηρίξουν με την ψήφο τους τούς καταλληλότερους μεταξύ των υποψηφίων· για ένα ΑΠΘ πρωτοπόρο, δυναμικό και αυτοδύναμο.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Η πρόκληση της αυτονομίας και οι εκλογές για το Συμβούλιο


Οι επικείμενες εκλογές έχουν να κάνουν με το αν εμείς οι πανεπιστημιακοί θέλουμε (και αν μπορούμε) να φτιάξουμε το Πανεπιστήμιο που οραματιζόμαστε. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που μας απευθύνει η Πολιτεία με το νέο νόμο: η αυτονόμησή μας.


Η ώρα της αλήθειας είναι τώρα! Τη θέλουμε την αυτονομία που μας δίνει ο νόμος; Μπορούμε να την αξιοποιήσουμε για να κτίσουμε το Πανεπιστήμιο που ονειρευόμαστε; Ή είμαστε μόνο για τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα;


Όσοι παρεμποδίζουν την εκλογή του Συμβουλίου αναμασούν μια βερμπαλιστική κριτική κατά της μεταρρύθμισης, έχοντας ξεχάσει κι αυτοί πλέον γιατί αντιδρούν. Επικεντρώνουν σκοπίμως την αντιπαράθεση στην υποτιθέμενη κατάλυση του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ, αποσιωπώντας την αυτονομία που μας παραχωρείται και θυσιάζοντας το μείζον στο βωμό του ελάσσονος.


Το ζήτημα της αυτονομίας, το επισημάναμε πρώτοι στο ΑΠΘ, και στη συνέχεια και στην ΠΟΣΔΕΠ, ως το κεντρικό ζήτημα μιας αναγκαίας μεταρρύθμισης. Τις απόψεις μας για την αυτονομία, σε αντιδιαστολή προς την αυτοδιοίκηση (που δεν είναι αυτοσκοπός), τις διατυπώσαμε ευθαρσώς με την ευκαιρία της δημοσιοποίησης του κειμένου διαβούλευσης του Υπουργείου. Αναδείξαμε την αυτονομία ως ένα από τα μεγαλύτερα διακυβεύματα του νέου νόμου όταν δημοσιοποιήθηκε το σχέδιό του.


Πόση αυτονομία αντέχουμε, συνάδελφοι; Αυτό πρέπει να αναρωτηθούμε. Είναι σαφές ότι ορισμένες δυνάμεις δεν την αντέχουν και δεν είναι μόνο για λόγους ιδιοτέλειας που αντιδρούν. Δεν είναι γιατί δεν θέλουν. Είναι και γιατί δεν μπορούν!


Γι’ αυτό πρέπει να στηρίξουμε για το Συμβούλιο ανθρώπους που και θέλουν, και μπορούν ν’ ανταποκριθούν στην ιστορική πρόκληση που μας απευθύνουν Πολιτεία και Κοινωνία μαζί.


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

ποιός φοβάται τις ... μειοψηφίες;

Ορισμένοι συνάδελφοι επιμένουν να υποτιμούν τη σημασία δυο κρίσιμων σταθμών στην πορεία για τη δημιουργία ενός πλαισίου εθνικής συνεννόησης στη χώρα. Και είναι οι ίδιοι κάθε φορά. Είναι αυτοί που αδιαφόρησαν το καλοκαίρι, όταν ο νόμος για την ανώτατη εκπαίδευση ψηφίστηκε από μια ευρύτατη πλειοψηφία στη Βουλή. Και είναι οι ίδιοι που περιφρόνησαν τη μεγάλη πλειοψηφία που στήριξε το σχηματισμό της νέας Κυβέρνησης πρόσφατα.


Προάγγελος της συναίνεσης που επετεύχθη στο ψηλότερο επίπεδο της πολιτικής ζωής υπήρξε, πράγματι, η ευρύτατη στήριξη της μεταρρύθμισης στην ανώτατη εκπαίδευση από τις ίδιες πολιτικές δυνάμεις που παραμέρισαν τις διαφωνίες τους για να απομακρύνουν τη χώρα από το χείλος του γκρεμού.


Η μάχη για τη διάσωση της χώρας και η μάχη για τη μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης είναι ίδιες μάχες, με τους ίδιους ιδεολογικούς αντιπάλους απέναντι. Κι αυτές δεν είναι μάχες μεταξύ αριστεράς ή δεξιάς, του κέντρου ή των άκρων, αλλά μεταξύ των δυνάμεων που επιθυμούν τη διατήρηση της χώρας στην οικογένεια των αναπτυγμένων κρατών, που μας εγγυάται ασφάλεια, ευημερία και προοπτική στο σύγχρονο κόσμο, και των δυνάμεων που επιδιώκουν τη μετατροπή της σε μια αναδυόμενη οικονομία εκτός Ευρωζώνης, που θα μας γυρίσει πολλές δεκαετίες πίσω.


Το Πανεπιστήμιό μας, όπως και το κράτος μας, δεν μπορούν να απομακρυνθούν αζημίως από το ευρωπαϊκό κέντρο, στο οποίο ανήκομε. Η πορεία και του ενός και του άλλου θα είναι ευρωπαϊκή, γιατί αυτό θέλουν οι κρίσιμες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις του τόπου, ώστε να κερδίσομε και τη μια μάχη, και την άλλη.


Αυτό πιστεύομε πως θέλει και η Πανεπιστημιακή μας Κοινότητα, σε πείσμα της «συντριπτικής της πλειοψηφίας», την οποία ορισμένοι ισχυρίζονται πως διατηρούν το αποκλειστικό προνόμιο να εκπροσωπούν. Για να διαπιστώσομε πόσο δίκιο έχουν, ας επιτρέψουν και στην ταπεινότητά μας, την υποτιθέμενη μειοψηφία, να εκφραστούμε ελεύθερα και ανεμπόδιστα στις εκλογές της 20ης Δεκεμβρίου..

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

ποιοί φοβούνται τις εκλογές;



Όσοι με περισσή βεβαιότητα επικαλούνται (και μάλιστα ως νομιμοποιητικό στοιχείο της δράσης τους) την "συντριπτική πλειοψηφία" της Πανεπιστημιακής Κοινότητας, των Τμημάτων, των Σχολών, των Συγκλήτων και των Πρυτάνεων, ότι δήθεν είναι απέναντι στη μεταρρύθμιση, δεν θάπρεπε να διστάζουν να την δοκιμάσουν στην πράξη. Ισχύει η θεωρία τους; Γιατί τους φοβίζουν οι εκλογές; Να μη μιλήσει η πανεπιστημιακή κοινότητα αν θέλει ή δεν (τους) θέλει και ποιους θέλει; Να μην την ακούσουμε τι θέλει να πει; Ποιος άλλος είναι αρμοδιότερος να μιλήσει για λογαριασμό της αν όχι η ίδια; Γιατί, λοιπόν, φοβούνται τις εκλογές;


.

στο δρόμο προς τις κάλπες


Με ανάμικτα συναισθήματα απογοήτευσης και αισιοδοξίας παρακολουθούμε την πορεία του Πανεπιστημίου μας προς την εκλογή του στρατηγικής σημασίας νέου διοικητικού του οργάνου: του Συμβουλίου.


Η απογοήτευσή μας έχει να κάνει με τα πολλαπλά εμπόδια που επιχειρούν να ορθώσουν οι δυνάμεις που μόνιμα αντιδρούν και σ’ αυτή τη μεταρρύθμιση. Οι δυνάμεις αυτές ήσαν πάντοτε απέναντι σε οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική προσπάθεια επιχειρήθηκε τα τελευταία χρόνια στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Δεν αντιλαμβάνονται ότι, όποιο και να είναι το θεσμικό πλαίσιο, εμείς οφείλουμε όλοι να εργαστούμε για ένα καλύτερο πανεπιστήμιο.


Η αισιοδοξία μας, από την άλλη, πηγάζει από την ετοιμότητα που φαίνεται να δείχνει η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των συναδέλφων μας να συμμετάσχει ομόθυμα και ολόθυμα στην εκλογική διαδικασία που επίκειται, προκειμένου να πετύχει η μεταρρύθμιση. Η πλειοψηφία αυτή αντιλαμβάνεται τα αρνητικά σημεία της μεταρρύθμισης, σαν πεδία που πρέπει να βελτιώσουμε και όχι σαν πεδία τυφλών μαχών. Με τούτη την παρέμβασή μας, θέλουμε να στηρίξουμε αυτή την ομόψυχη συμμετοχή και να παρακινήσουμε όσους μέχρι σήμερα διστάζουν, να συνταχθούν μαζί της.


Η σημασία της επικείμενης εκλογής μεγιστοποιείται από το ότι το Συμβούλιο που θα εκλεγεί, θα είναι εκείνο που θα εκπονήσει τον Οργανισμό που επιτέλους θα αποκτήσει το Α.Π.Θ. Με εργαλείο το νέο καταστατικό του χάρτη, το Πανεπιστήμιο μας θα πορευτεί στα δύσκολα χρόνια που έρχονται, ώστε να παραγάγει υλικό και πνευματικό πλούτο και να τον αναδιανείμει, με δικαιοσύνη και με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την αειφορία και τη διαφορετικότητα, στους φοιτητές και τις φοιτήτριες, σε όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, στην κοινωνία ολόκληρη.



Το ίδιο συλλογικό όργανο, υπό την επίνευση των οκτώ άμεσα εκλεγμένων μελών του, όπως και των εξωτερικών μελών που θα υποδείξουν, θα είναι αυτό που, κατ’ επιταγή του νέου νόμου, θα αφοσιωθεί στην τήρηση της χρηστής διοίκησης και θα επεξεργαστεί τη βαθμιαία υποκατάσταση όλων των μέχρι σήμερα δοκιμασμένων διοικητικών πρακτικών που αποστρέφονται τα ορθολογικά προτάγματα και απαιτήσεις, με πρακτικές που θα έχουν αξιοκρατικό και εκλογικευτικό προσανατολισμό.


Προσβλέπουμε στη συμμετοχή όλων των συναδέλφων στην εκλογική διαδικασία και στην ανάδειξη, μέσα από αυτή, του ήθους, της συνέπειας και της ορθοφροσύνης σε αξιώματα που θα καθοδηγούν τη σκέψη και την πράξη των νέων Συμβούλων.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

η υποκρισία περίσσεψε...

.


Η Παράταξή μας έχει επανειλημμένα αντιταχθεί στις καταλήψεις. Έχουμε εξαντλήσει τη φαντασία μας στην προβολή επιχειρημάτων γιατί δεν πρέπει να κλείνουν τα Πανεπιστήμια. Σήμερα, δεν μας απομένει παρά να εκφράσουμε τη βαθειά απογοήτευσή μας βλέποντας:



- να διαλύονται τα όνειρα των πρωτοετών φοιτητών που έρχονται να εγγραφούν στα Πανεπιστήμια και να παλέψουν για ένα ξεκίνημα ζωής,


- να πληρώνουν χαμένα εξάμηνα οι οικογένειες που στενάζουν κάτω από τα οικονομικά βάρη,


- να χάνονται μισθοί στο δημόσιο από την παρακώλυση του έργου των ιδρυμάτων, τη στιγμή που έρχονται σκληρά μέτρα εφεδρείας προσωπικού.



Η απογοήτευσή μας είναι μεγαλύτερη όταν βλέπουμε συναδέλφους να δικαιολογούν ή να στηρίζουν τις καταλήψεις, επειδή οι ίδιοι αδυνατούν να αντιδράσουν στο νόμο-πλαίσιο και τις υποδαυλίζουν, χρησιμοποιώντας τες ως σωσίβιο για τις δικές τους επιδιώξεις.



Η υποκρισία περίσσεψε…



Κάνουμε έκκληση στους φοιτητές να κλείσουν τ’ αυτιά τους σε όσους τους ωθούν σε τόσο απαράδεκτες μορφές διαμαρτυρίας. Να αντιδράσουν ειρηνικά αλλά με αποφασιστικότητα στις καταλήψεις και να συσπειρωθούν γύρω από τα νέα φοιτητικά κινήματα που σχηματίζονται μέσα από κοινωνικά δίκτυα.



Πρώτα απ’ όλα, όμως, καλούμε τα όργανα διοίκησης του Πανεπιστημίου να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να διασφαλίσουν την ομαλή επαναλειτουργία του. Δεν ανεχόμαστε να προπηλακίζονται οι φοιτητές μεταξύ τους μπροστά σε κλειδωμένες σχολές κι εμείς να στεκόμαστε μακριά, να μην κάνουμε τίποτε και να «διδάσκουμε» κι από πάνω την ανομία, καλώντας συναδέλφους και φοιτητές να μην εφαρμόσουν τους νόμους του κράτους.



Όσοι δεν θέλουν (ή δε μπορούν) ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους, ας παραιτηθούν.


.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

διαβούλευση αν θα εφαρμοστεί ένας νόμος;

.

Με λύπη μας διαπιστώνουμε ότι οι Πρυτανικές Αρχές μας στο ΑΠΘ μάς καλούν σε διαβούλευση εάν θα εφαρμόσουν ή όχι το νέο νόμο-πλαίσιο. Τις τελευταίες ημέρες, μετά την ψήφιση του νόμου, παρακολουθούσαμε με ανακούφιση τόσο τον ίδιο τον Πρύτανη, όσο και τον Αντιπρύτανη να διατυμπανίζουν στα ΜΜΕ όπου παρενέβαιναν ότι -αν και δεν πιστεύουν στο νόμο αυτό- είναι υποχρεωμένοι να τον εφαρμόσουν και θα το κάνουν. Κι όταν έρχεται η ώρα να το κάνουν, δεν το κάνουν, αλλά ρωτούν την πανεπιστημιακή κοινότητα αν πρέπει να το κάνουν! Υπ' αυτές τις συνθήκες, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να μη νομιμοποιήσουμε τη διαδικασία της διαβούλευσης και να ζητήσουμε από τις Πρυτανικές μας Αρχές να υιοθετήσουν μια ξεκάθαρη, έντιμη και αντρίκια στάση: ή να εφαρμόσουν το νόμο ή -αν δεν θέλουν να τον εφαρμόσουν- να παραιτηθούν. Διότι διαβούλευση κάνει κανείς πριν την ψήφιση ενός νόμου, όχι μετά. Μετά την ψήφιση ενός νόμου, πρέπει να τον εφαρμόσεις. Μπορείς να προσφύγεις δικαστικά εάν πιστεύεις ότι είναι αντισυνταγματικός. Μπορείς ακόμη να ενεργήσεις στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών ώστε να τον αλλάξεις, εάν πιστεύεις ότι δεν είναι καλός. Υπάρχουν οι θεσμοί, οι μηχανισμοί και οι διαδικασίες για όλα αυτά. Δεν μπορείς, όμως, να είσαι Πρύτανης, να λες ότι θα εφαρμόσεις το νόμο, κι όταν έρχεται η ώρα να τον εφαρμόσεις, να ζητάς τη γνώμη των συναδέλφων σου εάν θα πρέπει παρόλα αυτά να τον εφαρμόσεις. Γιατί ρωτάς; Για ποιό λόγο ρωτάς; Η εφαρμογή των νόμων στη δημοκρατία δεν είναι αποτέλεσμα διαβούλευσης ή ψηφοφορίας. Αποτέλεσμα ψηφοφορίας και διαβούλευσης στις δημοκρατίες είναι η ψήφιση των νόμων. Ξεχάσαμε ότι και στη δημοκρατία υπάρχει η εξαναγκαστική εφαρμογή των νόμων της δημοκρατίας. Και δίνουμε πρώτοι για μια ακόμη φορά το κακό παράδειγμα όχι μόνο στην κοινωνία, αλλά και στους καταληψίες φοιτητές μας. Όπως αυτοί εννοούν να αποφασίζουν "δημοκρατικά" να κλείσουν το πανεπιστήμιο που μας έδωσε ο ελληνικός λαός προκειμένου να διδάσκουμε τα παιδιά του, έτσι και οι Πρυτάνεις μας, από το ερώτημα που έθεσαν, φαίνεται πως εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να νομιμοποιηθούν το ίδιο "δημοκρατικά" να μην εφαρμόσουν ένα νόμο του κράτους.
.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

It's a beautiful day

.


Σήμερα είναι μια υπέροχη μέρα για την Παιδεία, μια υπέροχη μέρα για την Ελλάδα!


Αυτό που έγινε χθες στη Βουλή, ήταν συναρπαστικό. Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, όχι μόνο η ανώτατη εκπαίδευση, αλλά και η ίδια η χώρα μπορεί να ελπίζει. Γιατί ετούτη η μάχη, είναι ίδια με την άλλη που δίνει η χώρα για τη διάσωσή της. Και απέναντι, βρίσκονται και στις δυο περιπτώσεις οι ίδιοι ιδεολογικοί αντίπαλοι.


Εμείς είμαστε περήφανοι που δώσαμε από την αρχή το παρών σ’ αυτό τον αγώνα. Επιλέξαμε να πούμε ανεπιφύλακτα ΝΑΙ στη μεταρρύθμιση, γιατί κρίναμε πως ο,τιδήποτε άλλο θα ήταν μιζέρια.


Όσοι από εμάς εμπλακήκαμε στην όμορφη περιπέτεια της Πανεπιστημιακής Συμπαράταξης, νιώθουμε σήμερα μια γλυκιά κούραση, όπως όταν με πολύ κόπο και προσωπικό κόστος προσθέτεις ένα λιθαράκι στο δρόμο για ένα μεγάλο στόχο που τώρα βλέπεις να επιτυγχάνεται.


Όσοι, όμως, αποφασίσαμε να εκτεθούμε σε τέτοιο βαθμό, δεν θα το κάναμε, ούτε θα συνεχίζαμε, αν δεν ήμασταν βέβαιοι ότι ήσασταν πάρα πολλοί αυτοί που συμμεριζόσασταν τις απόψεις μας, μας επιδοκιμάζατε και μας στηρίζατε.


Για μας, οι μάχες χαρακωμάτων έλαβαν τέλος. Οι δυνάμεις της συντήρησης στα Πανεπιστήμια απομονώθηκαν από την κοινωνία. Τώρα θα πρέπει να τις απομονώσουμε κι εμείς εδώ μέσα, ξεκινώντας κάτι καινούργιο.


It’s a beautiful day.



Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

οι δυνάμεις της αντιμεταρρύθμισης

.

Πριν λίγο καιρό, η ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ και η ΔΗΠΑΚ δεν μιλιόντουσαν. Είχαν άλλες άνωθεν εντολές. Τώρα, με άνωθεν ευλογίες, συμπορεύονται σ' έναν αγώνα που προαναγγέλλουν υπέρ πάντων. Η πρώτη χρειάζεται τη φοιτητική δύναμη πυρός της δεύτερης και η δεύτερη την ενεργή μειοψηφία της πρώτης και τη διείσδυση του χώρου της στα ακραία στοιχεία, για να βάλουν φωτιά στα Πανεπιστήμια. "Αγωνιστικά και αταλάντευτα, μέχρι την ακύρωση του νόμου που θα ψηφιστεί". Εκεί θα δώσουν, λοιπόν, την επόμενη μάχη οι πολιτικές δυνάμεις που έχουν επενδύσει στην κατάρρευση της χώρας. Είναι τραγικό να διαπιστώνει κανείς ότι στον πόλεμο για την έξοδό μας από την κρίση, οι δυνάμεις που αντιστέκονται είναι σ’ όλα τα μέτωπα οι ίδιες. Είναι αυτές που –εν τη πολιτική μωρία τους– πιστεύουν ότι θα ρεφάρουν αν η χώρα χάσει αυτή τη μάχη. Ξεχνούν ότι η μάχη αυτή –αν χαθεί για τη χώρα– θάναι δίχως αιχμαλώτους για όλα τα στρατόπεδα…

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

συμπαράταξη για τη μεταρρύθμιση

.


Σε καιρούς δραστικών περικοπών, δεν είναι εύκολο να εφαρμοσθούν ριζικές μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο, όταν το Κράτος αδυνατεί να ικανοποιήσει τις προσδοκίες που το ίδιο δημιούργησε, και τώρα μοιραία, εν μέσω οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης, έρχεται να τις διαψεύσει. Αν, όμως, δεν αναμορφωθεί άμεσα και ριζικά η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας, τα Πανεπιστήμια θα καταρρεύσουν. Για τον απλούστατο λόγο ότι η υφιστάμενη κατάσταση, όπως ανάγλυφα περιγράφεται στο χάρτη που ακολουθεί, δεν είναι πλέον βιώσιμη. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ήταν. Απλά, το σοκ της κρίσης αποκάλυψε in vivo κάτι που όλοι γνωρίζαμε γι’ αυτό το τερατούργημα που συνδημιουργήσαμε πολιτικοί, εκπαιδευτικοί και τοπικές κοινωνίες, με την ενθάρρυνση και της υπόλοιπης κοινωνίας: τη μη βιωσιμότητά του. Αυτό το «δωρεάν δημόσιο πανεπιστήμιο», στην πραγματικότητα θα καταρρεύσει κάτω από το δικό του βάρος.





Από την αναλογία διδασκόντων και φοιτητών του πίνακα αυτού προκύπτει ότι σε κάθε εκπαιδευτικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αναλογούν, κατά μέσο όρο, μόλις 20 πράγματι ενεργοί φοιτητές. Αναλογία που προσεγγίζει αυτή της δημοτικής εκπαίδευσης, η οποία βεβαίως απέχει πολύ από το να ισχύει για όλους μας, κάτι όμως που από μόνο του αποκαλύπτει πόσο κακό είναι το σύστημα διαχείρισης και ανάπτυξης της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας. Πώς θα ξεπεραστεί το πρόβλημα αυτό; Μήπως με την αύξηση των διαθέσιμων πόρων; Κατ’ αρχάς, ουδέποτε η αύξηση της χρηματοδότησης θεράπευσε τη βασική ανεπάρκεια ενός συστήματος διοίκησης. Μια στοιχειώδης ανάλυση κόστους/οφέλους το αποδεικνύει κάθε φορά. Σε καιρούς δε οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης, δεν μπορεί να αυξηθεί η χρηματοδότηση, παρά μόνο να μειωθεί, όπως αναπόφευκτα συμβαίνει. Αλλά και πριν την κρίση, οι δαπάνες για την ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας, όπως προκύπτει από τον παρακάτω πίνακα, ήσαν δυσανάλογα υψηλές μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ σε σχέση με την αποτελεσματικότητά τους.


Συνεπώς, ένα νέο σύστημα οργάνωσης, λειτουργίας και ανάπτυξης της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας είναι απαραίτητο να αντικαταστήσει άμεσα το υφιστάμενο, που έχει αποτύχει για όλους τους λόγους, τους οποίους αναλυτικά επισημάναμε από την αρχή της μεταρρύθμισης ακόμη.



Ένα τέτοιο σύστημα φιλοδοξεί να θεσμοθετήσει το προσχέδιο νόμου για την Οργάνωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα. Δεν θα υπεισέλθουμε στις επιμέρους ρυθμίσεις του, καθώς αυτές συνεχίζουν ως φαίνεται να αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας. Θα μείνουμε μόνο σε δύο βασικούς λόγους, για τους οποίους θεωρούμε ότι η μεταρρύθμιση που προωθεί είναι και αναγκαία, αλλά και στη σωστή κατεύθυνση, γι’ αυτό και την υποστηρίζουμε.



Α) Η αναγκαία ενσωμάτωση της χώρας στον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο Εκπαίδευσης και Έρευνας



Κατά τον ίδιο τρόπο που η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να παραμείνει για πολύ ακόμη απομονωμένη από τη διεθνή, χωρίς η απομόνωση αυτή να της προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, έτσι και το ανώτατο εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν μπορεί να μένει εκτός του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Εκπαίδευσης και Έρευνας, χωρίς να μετατραπεί σε ένα κλειστό σύστημα μιας αποκομμένης από την υπόλοιπη Ευρώπη εκπαιδευτικής περιφέρειας, καταδικασμένης σε εθνοκεντρικό μαρασμό.



Η Ε.Ε. δεν έχει ενιαία εκπαιδευτική πολιτική, την οποία να επιβάλλει ομοιόμορφα στα κράτη μέλη της. Έτσι, αυτά διατηρούν το δικαίωμα να χαράσσουν τη δική τους εκπαιδευτική πολιτική. Μέσα από παράλληλες διεθνείς συνεργασίες, όμως, έχουν αυθόρμητα επιδοθεί σε μια διαδικασία σύγκλισης και εναρμόνισης των εκπαιδευτικών πολιτικών τους, διευκολύνοντας τόσο την κινητικότητα φοιτητών και διδασκόντων στην Ε.Ε., όσο και την πρόσβαση των πτυχιούχων στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά εργασίας με κοινά μετρήσιμους όρους.



Η Ελλάδα συμμετέχει σε όλες αυτές τις διεργασίες, χωρίς όμως να έχει μέχρι σήμερα συμμορφωθεί ουσιωδώς με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει στο πλαίσιό τους. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα κινδυνεύει έτσι να βρεθεί εκτός Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου.



Με αυτά μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί. Είναι δικαίωμά του. Η Πολιτεία, όμως, έχει την υποχρέωση, με συγκεκριμένες ρυθμίσεις και δράσεις, να ενσωματώσει το ανώτατο εκπαιδευτικό μας σύστημα στον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο, όπου αυτό ανήκει. Σε τούτο αποσκοπεί και η προωθούμενη μεταρρύθμιση, η οποία δεν δέχτηκε ξαφνικά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, ούτε ανακάλυψε ξανά την Αμερική. Βέλτιστες διεθνείς πρακτικές αντέγραψε και τις προσάρμοσε στην ελληνική πραγματικότητα.



Για μας, το μέτρο της επιτυχίας, ή και της αναγκαίας βελτίωσης, των νέων πρακτικών που εισάγει η μεταρρύθμιση, είναι κατά πόσον αυτές επιτυγχάνουν τον κεντρικό της στόχο να εντάξει το ανώτατο εκπαιδευτικό μας σύστημα στον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο. Δεν είναι τυχαίο πως οι κυριότερες πολιτικο-συνδικαλιστικές δυνάμεις που αντιδρούν και σ’ αυτή τη μεταρρύθμιση, υιοθετούν ανέκαθεν μέσα στα Πανεπιστήμια, αλλά και ευρύτερα, μια αντιευρωπαϊκή και παράλληλα αρχέγονα εθνοκεντρική στάση, με ό,τι οπισθοδρομικό και αντιδραστικό αυτό συνεπάγεται. Δεν αποτελεί έκπληξη, συνεπώς, που αντιδρούν τώρα και σ’ αυτή τη μεταρρύθμιση.



Εμείς στο σημείο αυτό, θέλουμε ν’ απευθυνθούμε στους φοιτητές μας χάρη των οποίων υπάρχουμε, και να τους πούμε πως είναι προς το απόλυτο συμφέρον τους να αποκτήσουν οι σπουδές και τα πτυχία τους μετρήσιμη διεθνή αξία στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο, καθώς μόνος αυτός είναι σε θέση να τους παράσχει ασφάλεια, ευημερία και προοπτική σ’ ένα επιθετικά μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.



Β) Η αναγκαία αυτονόμηση των Πανεπιστημίων



Ένα σύγχρονο Πανεπιστήμιο πρέπει να μπορεί να στηρίξει τις ακαδημαϊκές επιλογές που κάνει με τα μέσα που διαθέτει. Εάν αδυνατεί να στηρίξει τις επιλογές του, δεν μπορεί να απαιτεί από τον φορολογούμενο να τις στηρίξει αυτός στο όνομα τής ακαδημαϊκής ελευθερίας. Η τελευταία θεσπίστηκε για να προστατεύει τον πανεπιστημιακό από την αυθαίρετη παρέμβαση του Κράτους στο έργο του. Δεν αποτελεί κανόνα εκπαιδευτικής πολιτικής για το Κράτος που να το δεσμεύει να χρηματοδοτεί τις όποιες επιλογές του πανεπιστημιακού ή του πανεπιστημίου του.



Με απλά λόγια, εάν θέλει ένα Πανεπιστήμιο να διατηρεί, π.χ., δύο ΤΕΦΑΑ ή δύο Παιδαγωγικές Σχολές, μπορεί να το κάνει αν είναι σε θέση να στηρίξει τις επιλογές του αυτές. Δεν μπορεί, όμως, να αξιώνει από το Κράτος να συντηρεί δύο ίδιες σχολές στο ίδιο ίδρυμα, και τούτο στο όνομα της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Ομοίως, εάν θέλει ένα Πανεπιστήμιο να διατηρεί ένα πολυδάπανο φοιτητικό εστιατόριο ή μια ελλειμματική κατασκήνωση σε βάρος άλλων κεντρικών δραστηριοτήτων του, μπορεί να το κάνει, αν αυτές είναι οι προτεραιότητές του. Δεν μπορεί, όμως, να αξιώνει από τον φορολογούμενο να αναλάβει αυτός το κόστος των προτεραιοτήτων του στο όνομα του δωρεάν δημόσιου πανεπιστημίου.



Το βέλτιστο σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου ένα Κράτος αφενός μεν ασκεί την εκπαιδευτική και ερευνητική του πολιτική, αφετέρου δε πραγματώνει την ελευθερία της εκπαίδευσης και της έρευνας, είναι αυτό σύμφωνα με το οποίο τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, κινούμενα σ’ ένα προκαθορισμένο πλαίσιο αρχών και κανόνων, ώστε να διασφαλίζονται οι όροι άσκησης της κρατικής πολιτικής, χαίρουν τέτοιας αυτονομίας που τα επιτρέπει να κάνουν τις ακαδημαϊκές και ερευνητικές επιλογές τους και να τις υποστηρίζουν αφενός με τα μέσα που τους διαθέτει το Κράτος, αφετέρου με δικά τους μέσα που επίσης μπορούν να κινητοποιήσουν.



Ένα τέτοιο οργανωτικό και λειτουργικό module εισάγει ο νέος νόμος, που γι’ αυτό το λόγο συνιστά ένα γνήσιο νόμο-πλαίσιο, όπως δεν είχαμε μέχρι τώρα:



· Από τη μια μεριά, θέτει αρχές, κανόνες και διαδικασίες γενικής εφαρμογής, όπου το Κράτος αφήνει το ρυθμιστικό του αποτύπωμα που κατά την κυρίαρχη βούλησή του υλοποιεί καλύτερα την εκπαιδευτική και ερευνητική του πολιτική.



· Από την άλλη, δίνει το δικαίωμα στις βασικές εκπαιδευτικές μονάδες, δηλαδή στο Πανεπιστήμιο και τη Σχολή, να υιοθετήσουν το μεν πρώτο έναν Οργανισμό κι έναν Εσωτερικό Κανονισμό που θα εξειδικεύουν το γενικό οργανωτικό και λειτουργικό πλαίσιο με τρόπο που να ταιριάζει περισσότερο στο Ίδρυμα, στις παραδόσεις του, στις φιλοδοξίες του και στο ακαδημαϊκό όραμα της πανεπιστημιακής του κοινότητας, η δε δεύτερη τα προγράμματα σπουδών, που θα μπορούν να διδαχθούν εφόσον κατ’ ελάχιστον πιστοποιηθούν με τρόπο αντικειμενικό από μια Ανεξάρτητη Αρχή (χωρίς, δηλαδή, την εξουσιαστική παρέμβαση του Κράτους).



Με λίγα λόγια, ο νέος νόμος ανοίγει μπροστά μας ένα ευρύτατο πεδίο αυτονομίας, ώστε να καθορίσουμε εμείς οι ίδιοι ποιο πανεπιστήμιο θέλουμε, πώς θα πρέπει να λειτουργεί και ν’ αναπτύσσεται, ποιά επιπλέον προσόντα να έχουν αυτοί που θα το στελεχώσουν, τι θα μπορούν να διδάσκουν και να ερευνούν. Μπορούμε να κάνουμε όποια οργανωτική, λειτουργική, ακαδημαϊκή και ερευνητική επιλογή θέλουμε, αρκεί να υπακούει στα ελάχιστα γενικώς αποδεκτά standards και να μπορούμε να την στηρίξουμε με τα μέσα που διαθέτουμε ή που μπορούμε να διασφαλίσουμε.



Είμαστε έτοιμοι για κάτι τέτοιο; Πόση αυτονομία, άραγε, μπορούμε ν’ αντέξουμε; Εδώ βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση που μας απευθύνει ο νομοθέτης. Και βρίσκεται εδώ πέρα κι όχι στην αυτοδιοίκηση, στο όνομα της οποίας –περιέργως– απορρίπτουν ορισμένοι τη μεταρρύθμιση! Αρνούνται, με άλλα λόγια, το μείζον που μας παραχωρείται στο όνομα του ελάσσονος που δήθεν παραβιάζεται. Έχουν, άραγε, αποφασίσει τί θέλουν; Τι είναι η αυτοδιοίκηση γι’ αυτούς; Αυτοσκοπός ή μέσο για την επίτευξη της αυτονομίας; Θέλουν, άραγε, αυτοδιοίκηση κι όχι αυτονομία, με σκοπό να διοικούν το Πανεπιστήμιο για το οποίο όλες τις ευθύνες θα φέρει η Πολιτεία κι ο λογαριασμός θα καταλήγει στον Έλληνα φορολογούμενο; Διότι η αυτονομία θέτει κυρίως θέμα ευθύνης όσων διοικούν ένα αυτόνομο ίδρυμα. Ενώ η αυτοδιοίκηση καλλιεργήθηκε σ’ ένα πλαίσιο μη ευθύνης των διοικούντων, καθώς κάποιος άλλος έφταιγε πάντοτε για την κατάσταση, συνηθέστατα δε η Πολιτεία, το θεσμικό πλαίσιο και η υποχρηματοδότηση...



Προβάλλεται ακόμη το επιχείρημα ότι το σύστημα διοίκησης που εισάγεται είναι «ολιγαρχικό» ή «δεσποτικό» κι όχι «δημοκρατικό», όπως είναι υποτίθεται σήμερα. Στα Πανεπιστήμια, δυστυχώς, ξεχάσαμε ότι και στη δημοκρατία πρέπει να παίρνουμε αποφάσεις και να τις εφαρμόζουμε. Χρησιμοποιήσαμε τη δημοκρατία όχι για να λάβουμε δύσκολες πολλές φορές, πλην όμως επιβαλλόμενες αποφάσεις, αλλά για να αποφύγουμε όσες απειλούσαν να μεταβάλουν ισορροπίες. Σε πολλές σχολές, το «δημοκρατικό» σύστημα ακαδημαϊκής διοίκησης χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για να εμποδίσει οποιεσδήποτε αλλαγές επιχειρούνταν στα προγράμματα σπουδών, προκειμένου αυτά να προσαρμοσθούν στοιχειωδώς στα νέα δεδομένα της επιστήμης ή της διδασκαλίας, με αποτέλεσμα να έχει παγιωθεί σ’ αυτές μια κατάσταση, η οποία εξυπηρετεί περισσότερο τα μικροσυμφέροντα των διδασκόντων και τις ισορροπίες των τομέων τους, παρά τις ίδιες τις σχολές και την εκπαίδευση.



Είναι, επίσης, σαφές ότι το πανεπιστημιακό δυναμικό αναπαράγεται κληρονομικώ δικαίω, αντί να εξελίσσεται παρακολουθώντας τις νέες ανάγκες της επιστήμης. Σπανίως μια θέση ενός απερχόμενου συναδέλφου πηγαίνει σε άλλο αντικείμενο, που την έχει μεγαλύτερη ανάγκη, ή σε νέο αντικείμενο, που για πρώτη φορά εισάγεται. Επαναπροκηρύσσεται στο ίδιο αντικείμενο, ακόμη κι αν είναι παρωχημένο, διότι αυτό επιτάσσουν οι ισορροπίες που έχουν με πολύ κόπο επιτευχθεί μεταξύ συναδέλφων και τομέων, πολλές φορές μετά από οξύτατες πολυετείς αντιδικίες. Και πάντως, ουδέποτε μια τέτοια θέση φεύγει από τον τομέα στον οποίο υπηρετούσε ο απερχόμενος συνάδελφος. Πώς να προσαρμοστεί, λοιπόν, ένα πρόγραμμα σπουδών στις εξελίξεις της επιστήμης κάτω από αυτές τις συνθήκες; Ποιοι θα το διδάξουν;



Εάν τώρα λάβουμε υπόψη πως οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν στα προγράμματα σπουδών, και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα, είναι εκτεταμένες και επαναστατικές, γίνεται αντιληπτό πως το εθισμένο σε «δημοκρατικές» διαδικασίες παράλυσης ελληνικό πανεπιστήμιο θα αδυνατούσε να αποφασίσει ο,τιδήποτε, εάν δεν υπήρχε μια ολιγομελής ομάδα που να μπορεί να το κάνει, αναλαμβάνοντας και τις ευθύνες. Πουθενά δεν εμποδίζεται στο νέο νόμο η πανεπιστημιακή κοινότητα να θεσμοθετήσει όσες δημοκρατικές διαδικασίες θέλει πριν αποφασίσει. Είναι ανάγκη, όμως, το πανεπιστήμιο να γίνει πιο αποτελεσματικό και κάποιος πρέπει να αποφασίζει τελικά, όπως και να φροντίζει για την εφαρμογή των αποφάσεων.



Είναι αλήθεια πως ο νομοθέτης δεν κρύβει τη δυσπιστία του απέναντι σε συλλογικά όργανα διοίκησης πανεπιστημιακών. Είναι, όμως, επίσης αλήθεια ότι μέχρι τώρα είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε τα πάντα στο πλαίσιο τέτοιων οργάνων χάριν του πανεπιστημίου και της εκπαίδευσης, αλλά τη δυνατότητα αυτή την σπαταλήσαμε για να εξυπηρετήσουμε δικά μας κυρίως συμφέροντα, τηρώντας ισορροπίες που διασφάλιζαν πρώτα εμάς και μετά το πανεπιστήμιο και το έργο μας.



Αυτή είναι, δυστυχώς, η αλήθεια και είναι πικρή, αν αναλογιστεί κανείς πως τα σημερινά όργανα διοίκησης έχουν ενισχύσει την ιδιοκτησιακή αντίληψη από την οποία κατά κανόνα διακατέχονται όσοι επηρεάζουν καθοριστικά τις διαδικασίες λήψης σημαντικών αποφάσεων στους τομείς και τα τμήματα. Μεγαλύτερο ψέμα από το «δημόσιο» πανεπιστήμιο δεν ειπώθηκε ποτέ. Διότι το πανεπιστήμιο δεν ανήκει στο Κράτος, αλλά σε αναρίθμητους ιδιοκτήτες, που έχουν περιχαρακώσει το ζωτικό χώρο επιρροής τους, ο οποίος γίνεται σεβαστός χάρη στις ισορροπίες που έχουν επιτύχει στα όργανα διοίκησης.



Γι’ αυτό και το νομοσχέδιο αποσκοπεί στο να επαναφέρει τον καθένα μας πίσω στις βασικές του δραστηριότητες, που είναι η εκπαίδευση και η έρευνα. Σήμερα διοικούμε τομείς, τμήματα, σχολές και πανεπιστήμια. Πέραν των ακαδημαϊκών, είμαστε επιφορτισμένοι με πλήθος άλλων διοικητικών, οικονομικών, διαχειριστικών, διεκπεραιωτικών και υλικών ενεργειών, εντελώς άσχετων με το εκπαιδευτικό και ερευνητικό μας έργο. Στο πλαίσιο του νέου αυτοδιοίκητου, καλούμαστε πλέον, αφού επιλέξουμε εκείνους που θ’ ασχοληθούν αποκλειστικά, αποτελεσματικά και υπεύθυνα με την άσκηση διοίκησης, να γυρίσουμε στην έδρα διδασκαλίας, στο εργαστήριο, τη βιβλιοθήκη και τους φοιτητές μας.



Δεν τρέφουμε αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει στο δημόσιο τομέα ένα σύστημα διοίκησης απόλυτα θωρακισμένο από οποιαδήποτε πολιτική, κομματική ή άλλου τύπου επιρροή, κι ότι τα συμβούλια, οι πρυτάνεις και οι κοσμήτορες θα διοικούν στο εξής χωρίς να λαμβάνουν υπόψη συσχετισμούς και ισορροπίες μέσα κι έξω από το πανεπιστήμιο. Μεταρρυθμίσεις αυτής της εμβέλειας προωθούνται επιτυχημένα από ανθρώπους με όραμα για την Ανώτατη Παιδεία και, στο πλαίσιο του νέου συστήματος, τέτοιοι άνθρωποι θα μπορούν να λειτουργήσουν πιο αποτελεσματικά. Εμείς θα θέλαμε –και το έχουμε δηλώσει και στο παρελθόν– η πανεπιστημιακή κοινότητα να αναλάβει τις ευθύνες της και να προχωρήσει τη μεταρρύθμιση με τα ήδη εκλεγμένα όργανά της. Αν αυτά δεν τη θέλουν, συγχέουν τη νομιμοποίηση που τους προσέδωσε η εκλογή τους με τη νομιμότητα που περιβάλλει τη θέση τους.


.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

έχουμε ιδεολογία εξόδου από την κρίση;


.


Η κρίση μας θα είναι μακρά και θα ζήσουμε ακόμη πολλά επεισόδια. Επί του παρόντος, ζούμε το επεισόδιο των εξεγέρσεων. Είναι βέβαιο πως εξεγέρσεις θα έχουμε πολλές. Αντιδράσεις, όμως; Εμείς οι Πανεπιστημιακοί, για παράδειγμα, τις εξεγέρσεις, τις έχουμε για πρωινό. Να αντι-δράσουμε, όμως, αδυνατούμε. Στεκόμαστε αμήχανα απέναντι στην κρίση μας, αδυνατούμε να την κατανοήσουμε κι όταν δεν φωνάζουμε «βοήθεια» για την «επίθεση» που δέχεται το «δωρεάν δημόσιο πανεπιστήμιο», ζητάμε από το Κράτος, στον δημόσιο τομέα του οποίου ανήκουμε, να μας δώσει λεφτά όχι μόνο θέλει-δε-θέλει, αλλά και μπορεί-δε-μπορεί. Ε, λοιπόν, σε λίγο δεν θα μπορεί πλέον!



Κι εμείς, τι θα κάνουμε τότε; Ή θα εξεγερθούμε ή θα αντιδράσουμε. Επί του παρόντος, κάνουμε το πρώτο, δείχνοντας λάθος δρόμο στην κοινωνία. Αδυνατούμε, όμως, να δρομολογήσουμε το δεύτερο, για το οποίο κιόλας μας πληρώνει η κοινωνία και εύλογα περιμένει από μας να την εξοπλίσουμε με μια ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ.



Σαν κοινωνία, σαν οικονομία και σα Λαός, δεν θα καταφέρουμε να αντιδράσουμε απέναντι στην ολοκληρωτική κρίση που βιώνουμε, αν δεν αλλάξουμε γρήγορα τον τρόπο σκέψης μας. Διότι, η κρίση που βιώνουμε, είναι πριν απ’ όλα κρίση σκέψης. Για να βγούμε από την κρίση, θα πρέπει (στο μυαλό μας πρώτα) να διαχωρίσουμε δύο ξεχωριστές έννοιες και οντότητες: το κράτος από τη μια και το δημόσιο από την άλλη. Θα καταφέρουμε να αντιδράσουμε μόνο αν σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με όρους δημοσίου και σκεφτούμε με όρους κράτους. Του νέου κράτους που πρέπει να στήσουμε:



Α) Το κράτος ως διαχειριστής του δημόσιου τομέα δεν έχει απλά αποτύχει, αλλά έχει προξενήσει και βλάβη ιστορικών διαστάσεων στον εαυτό του. Διαχειρίστηκε ολέθρια τον δημόσιο τομέα, αυτοκαταστράφηκε και κινδυνεύει τώρα να μας συμπαρασύρει όλους στην καταστροφή. Δεν πτωχεύουμε ως ιδιώτες. Πτωχεύουμε ως δημόσιο, που πτωχεύει με τη σειρά του και τον ιδιωτικό τομέα.


Β) Η οικονομία μας σήμερα είναι μια από τις τελευταίες οικονομίες υπό μετάβαση στον κόσμο: Από έναν ολοένα διευρυνόμενο τις τελευταίες δεκαετίες δημόσιο τομέα (που τώρα πρέπει να συρρικνωθεί δραματικά αν θέλουμε να παραμείνουμε στην Ευρωζώνη), θα πρέπει να μεταβούμε σε έναν ανταγωνιστικό και βιώσιμο ιδιωτικό τομέα, που πρέπει να αναπτύξουμε αντίστοιχα εάν θέλουμε να απορροφηθούν οι θέσεις εργασίας που χάνονται στο δημόσιο, επαναπροσανατολίζοντας τους νέους από το δημόσιο (που κατάντησε η βασική τους προσδοκία αποκατάστασης) στον ιδιωτικό τομέα.



Γ) Ο Έλληνας δεν είναι συνηθισμένος, ούτε και θέλει να πληρώνει φόρους, άρα λοιπόν θα πρέπει να έχει ένα δημόσιο αντάξιο των φόρων που (θέλει να) πληρώνει. Και δεν θα μάθει να πληρώνει πριν ταυτίσει τον εαυτό του με το κράτος. Επί του παρόντος, το κράτος είναι μια τρίτη οντότητα για τον Έλληνα. Δεν θα θελήσει να αυξήσει τους φόρους που πληρώνει, διότι δεν πιστεύει ότι οι φόροι του πιάνουν τόπο. Από την άλλη, θέλει ένα δημόσιο στα μέτρα του. Άρα, λοιπόν, θα πρέπει να έχει ένα δημόσιο στα μέτρα των φόρων που θέλει και που πραγματικά πληρώνει. Διότι μέχρι τώρα, είχε ένα δημόσιο που το διεύρυνε και το συντηρούσε με δανεικά. Κι όταν φτιάξουμε ένα νέο κράτος, τότε θα καταλάβει ο Έλληνας το πραγματικό κόστος του δημοσίου αν θελήσει να το ξαναφτιάξει. Αλλά τότε, θα πρέπει και να το πληρώσει.



Δ) Η γραφειοκρατία και η διαφθορά (δύο όψεις του αυτού νομίσματος) γιγαντώθηκαν στη χώρα μας μαζί με το δημόσιο. Θα πρέπει, συνεπώς, μαζί και να αφανιστούν.



Αυτά τα δεδομένα, μας οδηγούν νομοτελειακά στις ακόλουθες λύσεις:



1) Οι πολιτικοί θα πρέπει να πάψουν να ταυτίζουν το κράτος με το δημόσιο. Ως διαχειριστές του δημοσίου, πρέπει να συρρικνώσουν δραστικά τον δημόσιο τομέα και να διασφαλίσουν, με το κράτος-ρυθμιστή, την ανάπτυξη του ιδιωτικού. Μόνον έτσι θα απελευθερωθούν οι δημιουργικές δυνάμεις του Έλληνα, ώστε να κάνει και την πατρίδα του μια χώρα (της) προκοπής, όπως κάνει κατά κανόνα όταν φεύγει στο εξωτερικό. Εάν ιδιωτικοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου τομέα, τότε θα απελευθερωθούν και δυνάμεις στη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία (διοίκηση) για να στήσουν ένα πραγματικό κράτος, θεσπίζοντας καθαρούς κανόνες και επιβάλλοντας την εφαρμογή τους.



2) Τότε θα μπορέσει και το κράτος να παίξει τον πραγματικό ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ του ρόλο, όπως επιβάλλεται σ’ ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος δικαίου. Σήμερα, δεν μπορεί να ασκήσει αποτελεσματική κοινωνική πολιτική υπέρ των πραγματικά αδυνάτων. Η δημόσια κοινωνική στήριξη θα πρέπει να παρέχεται σε αυτούς που την έχουν πράγματι ανάγκη. Για να μπορέσει, όμως, το κράτος να παίξει τον κοινωνικό του ρόλο, θα πρέπει πριν απ’ όλα να μείνει όρθιο. H Ιστορία διδάσκει πως, ακόμη και σε καιρούς απόλυτης κατάρρευσης ενός κράτους, δεν είναι οι πλούσιοι που την πληρώνουν, αλλά οι αδύναμοι πολίτες του. Αυτοί έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό κράτος για να τους στηρίξει. Κι αυτό το κράτος, εμείς πρέπει τώρα και γι’ αυτό το λόγο να κάνουμε τα πάντα να το σώσουμε. Αλλά και να το αλλάξουμε. Διότι, το υπερβάλλον τίμημα που καταβάλλουν τώρα οι αδύναμοι συμπολίτες μας για να το σώσουν, χωρίς να φταίνε αυτοί για την κατάντια στην οποία περιήλθε, είναι το τίμημα εξαγοράς του δικού τους κράτους από αυτούς που λυμαίνονταν τον δημόσιο τομέα του και το έφεραν στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Ενός κράτους πιο δίκαιου, που θα λειτουργεί με δίκαιους κανόνες, θα θέτει δίκαιους κανόνες και θα τους επιβάλλει. Ενός κράτους που δεν θα ταυτίζεται με τον δημόσιο τομέα. Στην Ελλάδα μπερδέψαμε το πρώτο με τον δεύτερο, και για χάρη του δεύτερου, καταστρέψαμε το πρώτο. Σε λίγο μπορεί να μην υπάρχει ούτε το ένα, ούτε το άλλο και τότε θα μένει μόνο η Πατρίδα. Αυτή την Πατρίδα - και αυτό είναι το ζητούμενο - πρέπει τώρα να την ξαναφτιάξουμε κράτος, όποιο κι αν είναι το τίμημα. Και θα είναι βαρύ και πρέπει να το καταβάλουμε. Είναι κι αυτό ένα ιστορικό χρέος της γενιάς μας. Είκοσι χρόνια πριν, οι Γερμανοί ενώσανε τη δική τους πατρίδα χωρίς να λογαριάσουνε κόστος. Και ήταν μεγάλο. Γιατί να το λογαριάσουμε εμείς;



Όσο αρνούμαστε την παραπάνω πραγματικότητα, θα κάνουμε το ίδιο λάθος που έκανε κι ο Κρέοντας. Ας το πάρουμε απόφαση πλέον. Δεν μπορούμε να πάμε κόντρα στους φυσικούς νόμους. Ο Πολυνείκης πέθανε! Το ίδιο και το δημόσιο που ξέραμε...


.

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

εκδήλωση για το κείμενο της "Επιτροπής Σοφών"

.
Στις 5 Μαϊου, έγινε στην Αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ υπό την αιγίδα της Πρυτανείας εκδήλωση για την παρουσίαση και το σχολιασμό της έκθεσης της διεθνούς συμβουλευτικής επιτροπής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε "Επιτροπή Σοφών". Δείτε στο παρακάτω link ολόκληρη την συζήτηση:


mms://video.auth.gr/auth_open_uni_2011



.

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

γιατί δεν συμμετείχαμε στην απεργία της 11ης Μαϊου

.


Η Πανεπιστημιακή Συμπαράταξη ΔΕΝ ψήφισε την απεργία που παράνομα αποφάσισε το Δ.Σ. του ΕΣΔΕΠ για τις 11 Μαΐου με ψήφους 4 υπέρ και 3 κατά, παρά την πάγια πολιτική του Συλλόγου μας να προκηρύσσουμε απεργίες μόνο μέσα από Γενικές Συνελεύσεις. Η αιτιολογία; "Δεν προλαβαίναμε να κάνουμε Γ.Σ."! Γι’ αυτό δεν συμμετείχαμε στην απεργία αυτή, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων μας. Άλλωστε, ούτε η ΠΟΣΔΕΠ είχε προκηρύξει απεργία. Η πλειοψηφία στο ΔΣ του ΕΣΔΕΠ, επειδή δεν έχει απολύτως τίποτε να πει (απόδειξη, ο συνδικαλιστικός παγετώνας που επέβαλε στην κοινότητα των μελών ΔΕΠ στο ΑΠΘ), συνεχίζει να κινείται στον πεπατημένο πλην ατελέσφορο δρόμο των απεργιών, διασύροντας τους Πανεπιστημιακούς στα μάτια της κοινωνίας, που έχει χάσει πια οποιαδήποτε εκτίμηση απέναντί μας, χωρίς στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα και συναίσθηση της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Μιας κατάστασης, για την οποία, βέβαια, την κύρια ευθύνη φέρει το πολιτικό σύστημα, το οποίο, όμως, με συνέπεια και ευλάβεια συντηρήσαμε όλοι μας από τη μεταπολίτευση και μετά. Στο πολιτικό αυτό σύστημα εντάσσονται όχι μόνο τα λεγόμενα κόμματα εξουσίας, αλλά και τα λεγόμενα αριστερά κόμματα, όπως το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ που διοικούν σήμερα τον ΕΣΔΕΠ, τα οποία στήριξαν και στηρίζουν κάθε παράλογη απαίτηση των ισχυρών συνδικάτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συνεχίζοντας να αδιαφορούν για το ότι η στάση αυτή φέρνει σε όλο και χειρότερη μοίρα τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, αλλά και τους ανέργους, που ήδη έχουν πολλαπλασιαστεί και φυσικά προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα. Όλοι αυτοί είναι συνάνθρωποί μας με πολύ χαμηλά εισοδήματα και γι’ αυτούς πρέπει πρώτα από όλα να βρεθούν λύσεις. Η χώρα συνεχίζει να έχει τεράστιο έλλειμμα, παρά τη σημαντική μείωσή του, η οποία δεν αρκεί. Αυτό σημαίνει ότι συνεχίζουμε να βουλιάζουμε. Τόσο απλό είναι. Αυτό πρέπει όχι μόνο να σταματήσει, αλλά και να αναστραφεί. Το να μην το αντιλαμβάνεται ο απλός κόσμος, μέσα στον ορυμαγδό της αριστερογενούς παραπληροφόρησης, στην οποία συμβάλλει και μεγάλη μερίδα του κυβερνώντος κόμματος, είναι ίσως κατανοητό. Το να μην το αντιλαμβάνονται και οι πανεπιστημιακοί, είναι τραγικό.


.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

πού βρίσκεται η γενιά του Πολυτεχνείου;

.


Σήμερα είναι 21 Απριλίου κι αναρωτιόμαστε, μέσα στην κορύφωση της κρίσης που γέννησε το μεταπολιτευτικό κράτος, πού να βρίσκεται άραγε η γενιά του Πολυτεχνείου. Πόση επαφή έχει ακόμη με την πραγματικότητα; Κι όμως… Με τιμή αντιγράφουμε εδώ το συγκλονιστικό μήνυμα ενός συναδέλφου μας αυτής της γενιάς, του Γιάννη Χατζηγώγα, Καθηγητή Αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ:


«Είναι τόσο σημαντική και τόσο τολμηρή η ομιλία του Δημάρχου Γιάννη Μπουτάρη στο Πανεπιστήμιο της πόλης μας, που θα έπρεπε να την διαβάσουν και να την κατανοήσουν σε βάθος όλοι οι φοιτητές και οι φοιτήτριές μας -όσοι μείνανε τέλος πάντων ακόμα στο ΑΠΘ- και όλοι οι πανεπιστημιακοί και όλοι οι πολίτες της πόλης, αλλά κυρίως το Υπουργείο Παιδείας και όλα τα μέσα ενημέρωσης, εφόσον θέλουν να δώσουν την πρέπουσα σημασία και την ανάλογη δημοσιότητα σε αυτή τη βαρυσήμαντη ομιλία, όπως της αξίζει.


Ακριβώς επειδή βάζει το χέρι επί τον τύπον των ήλων -μέρες που είναι κιόλας-
ας τη διαβάσουν όλοι και όλες προσεκτικά και κατόπιν ας μιλήσει όποιος θέλει, είτε συμφωνήσει είτε διαφωνήσει, με επιχειρήματα πραγματικά.


Λέει κάποιες ανακρίβειες; Λέει κάποιες υπερβολές; Δεν είναι έτσι τα πράγματα; Ή μήπως ψύχραιμα και τολμηρά και αληθινά βάζει το χέρι πάνω στις πληγές;


Ως πότε η πόλη που ήταν κάποτε το διαμάντι όλης της περιοχής, και το ΑΠΘ που ήταν το μεγαλύτερο και καλύτερο διαμάντι παιδείας και έρευνας όλης της περιοχής, θα ανέχονται επί δεκαετίες και διαρκώς, καταστάσεις χειρότερες από την Κερατέα; Γιατί στην Κερατέα μπορεί να πλησιάσει ένα πυροσβεστικό ή νοσοκομειακό όχημα ή ένα περιπολικό, ενώ στην καρδιά της πόλης όχι;


Γιατί φεύγουν οι φοιτητές μας στο εξωτερικό; Γιατί μετά το σούρουπο δεν τολμάει ψυχή να κυκλοφορήσει στο χώρο μετά το Σιντριβάνι; Πόση έρευνα πραγματική απέμεινε και πόσα μαθήματα μπορούν ακόμα αξιοπρεπώς να γίνουν;


Ως πότε θα κλείνουμε τα μάτια μας σε μια πραγματικότητα που δεν δημιουργήθηκε από την κρίση, αλλά δημιούργησε την κρίση στην παιδεία;


Εκεί, στο Σιντριβάνι, στη δυτική πύλη της Έκθεσης, αρχίζουν τα κατεχόμενα, η Κερατέα στην καρδιά της πόλης μας, το Σεράγεβο, η χώρα των ταλιμπάν...


Το εκπληκτικό γλυπτό του Ζογγολόπουλου, βανδαλισμένο εδώ και χρόνια με την ανοησία του σπρέι. ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΦΕΞΑΛΑ από κάποιους που παριστάνουν τους προοδευτικούς, τα κτίρια του μοντέρνου κινήματος του 60, διεθνούς σημασίας, ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ κ.α. κακοποιημένα, με επίχρυσα βυζαντινίζοντα γράμματα, air condition στις όψεις και βαμμένο το γυμνό μπετόν... Η άχρηστη τρύπα του Μετρό, που έγινε επί ΚΟΥΒΕΛΑ, κατά λάθος να παραμονεύει λίγα μέτρα κάτω από την άσφαλτο. Η σημαντική ανασκαφή με την χριστιανική βασιλική σε εξέλιξη, αλλά κρυμμένη με λαμαρίνες από τους κατοίκους. Τα ρωμαϊκά ευρήματα και το εβραϊκό νεκροταφείο διαλυμένα - το προπατορικό αμάρτημα του ΑΠΘ...


Και μετά έρχεται η περιοχή των μαχών με δακρυγόνα, γκλομπς και Ματ από τη μια, μολότοφ και λοστούς από την άλλη,


εν μέσω πανεπιστημιακού ασύλου ... ανιάτων...


Πώς να χωρέσει η έρευνα και η παιδεία, η αναψυχή, η βόλτα, το μάθημα, σ’ αυτό το πλαίσιο;


Μήπως η φυγή, η απόγνωση, η σιωπή, δεν είναι λύση, μήπως πριν κλείσει το ΑΠΘ από την οικονομική κρίση προλαβαίνουμε να κάνουμε κάτι;


...όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους...


...στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός


να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι...


...κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...


για να θυμηθούμε πάλι τον Μανώλη Αναγνωστάκη.»


Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

νέο κρούσμα πανεπιστημιακής βίας

... ....Εκφράζουμε τον αποτροπιασμό μας απέναντι στο νέο κρούσμα βίας που σημειώθηκε στο Πανεπιστήμιο Πατρών κατά την ομιλία του Νομπελίστα Καθηγητή Τζέημς Γουότσον, όταν ομάδα τραμπούκων εισέβαλε στην αίθουσα, οπότε διαδραματίστηκαν οι σκηνές απείρου κάλους, τις οποίες ο καθένας μπορεί να θαυμάσει στο video που δημοσίευσε σήμερα Το Βήμα. ................................................................... .............................................. .................

μπροστά στην κρίση

Το πολιτικό σύστημα που κυριάρχησε στη χώρα μας μεταπολιτευτικά, κατέστρεψε τα Πανεπιστήμια πολύ πριν καταστρέψει τη χώρα


Σήμερα η χώρα βιώνει μια κρίση άνευ προηγουμένου και αγωνίζεται να αποφύγει την κατάρρευση. Η κρίση αυτή είναι πριν απ’ όλα κρίση σκέψης, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο εκπαιδευτήκαμε να σκεφτόμαστε από ένα πολιτικό σύστημα που με ευλαβική συνέπεια συντηρήσαμε και θεριέψαμε σαν κοινωνία και σαν οικονομία από τη μεταπολίτευση και μετά.


Στα Πανεπιστήμια, η κρίση αυτή ήρθε πολύ πιο νωρίς και η κατάρρευση εκεί έχει ήδη ολοκληρωθεί. Πρόκειται για διακεκριμένη περίπτωση ολοκληρωτικής εφαρμογής του κυρίαρχου μεταπολιτευτικού μοντέλου ανάπτυξης της κοινω-νίας μας.


Σήμερα, εμείς οι Πανεπιστημιακοί αδυνατούμε να βοηθήσουμε συλλογικά την πατρίδα μας και την κοινωνία να βγουν από την κρίση. Όταν δεν καλούμε σε βοήθεια για την «επίθεση» που δεχόμαστε, στεκόμαστε αμήχανα απέναντι στην κρίση και τα παραγωγικά της αίτια, αρνούμενοι να μεταβάλλουμε τον τρόπο σκέψης μας.


Το κράτος όπως το γνωρίζαμε, τελείωσε για μας. Οι φοιτητές μας έχουν ήδη αντιληφθεί πως, τη στιγμή που το Δημόσιο αδυνατεί στο εξής να προσλάβει νέους πτυχιούχους, σημασία δεν έχει πλέον η απόκτηση ενός χαρτιού, αλλά η πρόσβαση σε ουσιαστική γνώση, που θα τους εξοπλίσει με τα μέσα εκείνα, τα οποία θα τους επιτρέψουν να επιβιώσουν στην ιδιαίτερα ανταγωνιστική αγορά εργασίας είτε στη χώρα μας ή, κατά προτίμηση πλέον για πολλούς από αυτούς, και στο εξωτερικό.


Υπό το βάρος της αμηχανίας μας, εμείς εξακολουθούμε να αντιδρούμε συλλογικά με τα γνωστά ανακλαστικά της αυτοάμυνάς μας, αρνούμενοι να αντιληφθούμε πως, στο εξής, θα πρέπει να μάθουμε να λειτουργούμε με εξαιρετικά μειωμένη κρατική στήριξη και γι’ αυτό να προσαρμόσουμε τη δουλειά μας στα περιορισμένα μέσα που διαθέτουμε, τη στιγμή που στον ιδιωτικό τομέα οι συμπολίτες μας δεν έχουν ούτε αυτά.


Ωστόσο, στα Πανεπιστήμια σήμερα υπάρχουν εκείνες οι δυνάμεις που είναι σε θέση και να τα βγάλουν από την κρίση, αλλά και να σύρουν την ελληνική κοινωνία και οικονομία έξω από αυτήν. Από το κράτος περιμένουμε ένα νέο πλαίσιο καθαρών κανόνων: τι μπορεί και τι εγγυάται να επενδύσει στην ανώτατη εκπαίδευση και, συγχρόνως, με ποιο τρόπο θα μας επιτρέψει να αξιοποιήσουμε τα δικά μας μέσα, ώστε να φέρουμε σε πέρας την αποστολή μας. Με άλλα λόγια, να θέσει ξεκάθαρα τους όρους της αυτονομίας μας και το νέο πλαίσιο σχέσεων κράτους και ΑΕΙ στη χώρα μας.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

για τα πανεπιστημιακά συγγράμματα

.


Το Φεβρουάριο δημοσιεύτηκε μια ενδιαφέρουσα έρευνα του ΕΥΔΟΞΟΣ για τη χρήση του πανεπιστημιακού συγγράμματος. Απώτερος στόχος της πολιτικής του Υπουργείου για το πανεπιστημιακό σύγγραμμα, όπως αυτή ασκείται μέσω του Εύδοξος, είναι να εντάξει το ηλεκτρονικό σε υποκατάσταση του έντυπου συγγράμματος. Από την έρευνα προκύπτει ότι πάνω από το 80% των φοιτητών προτιμά το έντυπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι πάνω από το 65% βρίσκει πως το ηλεκτρονικό είναι κουραστικό στην ανάγνωση. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι συμφωνούν με την άποψη ότι σε λίγα χρόνια θα διαβάζουμε μόνον ηλεκτρονικά βιβλία.



Ως έχουν σήμερα τα πράγματα, ο βέλτιστος -και εφικτός- τρόπος διδασκαλίας / μάθησης στην ανώτατη εκπαίδευση είναι -κατά γενικό κανόνα- αυτός που χρησιμοποιεί, πλάι σε ένα καλογραμμένο έντυπο textbook, ηλεκτρονικά βοηθήματα τύπου blackboard ή/και data bases, σε υποστήριξη μιας προφορικής διδασκαλίας που διεξάγεται με μέσα multimedia.



Καλό είναι να πάμε στο ηλεκτρονικό textbook, δεν διαφωνεί κανείς, στο μέτρο που παρέχει επιπλέον δυνατότητες στο χρήστη απ' ό,τι ένα έντυπο textbook, είναι φιλικότερο προς το περιβάλλον και οικονομικότερο και, πάντως, προς τα 'κει βαδίζει η παγκόσμια κοινωνία της γνώσης. Μην περιμένουμε, όμως, να γίνει άμεσα κάτι τέτοιο για να βελτιώσουμε το επίπεδο της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας. Το έντυπο σύγγραμμα δεν θα μπορέσουμε να το αντικαταστήσουμε άμεσα.



Θα πρέπει, συνεπώς, ενώ θα ενθαρρύνουμε ηλεκτρονικά βοηθήματα, ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες και χρήση multimedia, να διαχειριστούμε τη διανομή του έντυπου συγγράμματος για μεγάλο ακόμη διάστημα, βελτιώνοντας το σύστημα Εύδοξος.



Το Εύδοξος έχει αποκαλύψει τις μεγάλες στρεβλώσεις που καλλιεργεί το παγκόσμιας πρωτοτυπίας σύστημα δωρεάν διανομής πανεπιστημιακών συγγραμμάτων που εξακολουθούμε να διατηρούμε στη δημοσιονομικά καταρρέουσα χώρα μας. Οι προσπάθειες του Υπουργείου να τις περιορίσει, το οδήγησε, μέσα στον πρώτο κιόλας χρόνο λειτουργίας του Εύδοξος, στο να περιορίσει τα λεγόμενα σύνθετα προτεινόμενα συγγράμματα σε "1 + 1", στη συνέχεια σε "1 + 1 βοήθημα" και αύριο, με βεβαιότητα όπως πάνε τα δημοσιονομικά της χώρας, σε "1"! Πλέον αυτού, πρόσφατα περιόρισε σε 8 ανά εξάμηνο τα μαθήματα στα οποία θα μπορεί να παίρνει συγγράμματα ο φοιτητής (αύριο στα 6;;;), ενώ ακόμη πιο πρόσφατα περιόρισε και χρονικά τη δυνατότητα πρόσβασης στο Εύδοξος και προμήθειας των βιβλίων.



Δεν έχει νόημα αυτή η πολιτική. Είναι αδιέξοδη...



ΠΡΟΤΑΣΗ



Εμείς, έχουμε προτείνει από παλιά την καθιέρωση της πιστωτικής βιβλιοκάρτας ενώ και στις θέσεις μας που δημοσιεύτηκαν τον Μάιο του 2009 μιλούσαμε για την ανάγκη να περάσουμε πλέον σε ένα νέο ισοδυνάμου αποτελέσματος σύστημα δωρεάν πρόσβασης του φοιτητή στο πανεπιστημιακό σύγγραμμα. Αυτό μπορεί και πρέπει να γίνει τώρα, για τη νέα χρονιά, μέσα από το Εύδοξος, που θα μπορούσε να υλοποιήσει ένα σύστημα δωρεάν διανομής συγγραμμάτων, βασισμένο σε απλούς και καθαρούς κανόνες, συμβατούς με την συνταγματική αποστολή του Κράτους για την παροχή δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης:



Α) Το σύστημα Εύδοξος θα μπορούσε να συνεχίσει, όπως το πράττει σήμερα, να κωδικοποιεί τα προτεινόμενα εναλλακτικά συγγράμματα (σύνθετα ή απλά) που υποδεικνύουν οι σχολές. Αυτό παρέχει ασφάλεια στο φοιτητή ότι με τα προτεινόμενα συγγράμματα, όποια κι αν επιλέξει, θα μπορεί να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του προγράμματος σπουδών του.



Β) Από 'κει και πέρα, το σύστημα Εύδοξος θα γνωρίζει στο τέλος αυτού του ακαδημαϊκού έτους -χάρη στην ετήσια πλήρη λειτουργία του- πόσο περίπου κοστίζει στην Πολιτεία κατά μέσο όρο για κάθε φοιτητή η προμήθεια μέσω αυτού των συγγραμμάτων που αυτός επιλέγει για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις κάθε εξαμήνου σπουδών του. Αυτό το ποσό θα μπορούσε το Εύδοξος να το πιστώνει κάθε εξάμηνο σπουδών στην καρτέλα κάθε φοιτητή. Έτσι, θα ξέρει από πριν ο φοιτητής πως, για κάθε εξάμηνο σπουδών που αρχίζει, θα έχει στη διάθεσή του ένα πιστωτικό όριο και με βάση αυτό θα μπορεί να επιλέγει ΟΠΟΙΑ βιβλία από τα προτεινόμενα κατά το εξάμηνο αυτό θέλει να προμηθευτεί μέσω του Εύδοξος σύμφωνα με τη δήλωση μαθημάτων του. Εάν δεν εξαντλήσει το πιστωτικό του όριο, το υπόλοιπο θα μπορεί να μεταφέρεται στο επόμενο εξάμηνο σπουδών του. Εάν το εξαντλήσει, θα πρέπει τα υπόλοιπα συγγράμματα που θα του είναι απαραίτητα, να τα προμηθευτεί ο ίδιος με δικά του έξοδα.



Πλεονεκτήματα



1) Με τον τρόπο αυτό, θα υποχρεωθεί η εκδοτική αγορά να προσαρμόσει τις τιμές σε λογικότερα επίπεδα, προκειμένου να τα "χωρέσει" όλα στο πιστωτικό όριο του φοιτητή.



2) Έτσι, όμως, θα ενθαρρυνθεί η δωρεάν προμήθεια μέσω του Εύδοξος των ΚΑΛΩΝ συγγραμμάτων. Ο φοιτητής ξέρει ποια είναι τα καλά και χρήσιμα συγγράμματα, δεν μπορούμε να τον κοροϊδέψουμε. Άρα, θα ενθαρρυνθούν και οι συγγραφείς να γράφουν καλά συγγράμματα, αλλά και οι εκδοτικοί οίκοι να ανταγωνίζονται αλλήλοις στην τιμή. Με τον τρόπο αυτό, κερδίζουμε σε ποιότητα και εξοικονομούμε πόρους.



3) Όσο για τα συγγράμματα, για τα οποία δεν θα επαρκεί το πιστωτικό όριο, γι' αυτά να είστε βέβαιοι από τώρα ότι θα αναπτυχθεί μια ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΑΓΟΡΑ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΟΣ, που σήμερα δεν υπάρχει, διότι η Πολιτεία τα μοιράζει όλα δωρεάν (λες και της περισσεύουν...). Πόσοι από μας μαζεύουμε σε κάθε εξεταστική στα αμφιθέατρα παρατημένα συγγράμματα από την προηγούμενη εξέταση; Έτσι, τα λιγότερο καλά ή λιγότερο χρήσιμα στο φοιτητή συγγράμματα θα δημιουργήσουν μια δευτερογενή αγορά, απ' όπου θα τα προμηθεύονται μεταχειρισμένα οι φοιτητές για ν' αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις των εξετάσεων και μόνον. Και τα καλά και χρήσιμα συγγράμματα, θα φροντίζουν να τα προμηθευτούν δωρεάν μέσω του Εύδοξος στο πλαίσιο του πιστωτικού ορίου που θα τους διατίθεται.



4) Ανάλογα με τις δυνατότητες του κρατικού προϋπολογισμού, το δωρεάν πιστωτικό όριο θα μπορεί να διευρύνεται στο μέλλον. Εξάλλου, το πιστωτικό όριο θα μπορεί να διαφέρει και από Τμήμα σε Τμήμα ή από Σχολή σε Σχολή, ανάλογα με τις ανάγκες τους, που μπορεί να διαφέρουν σημαντικά.



5) Πολλοί διδάσκοντες, σε συνεργασία με τους εκδοτικούς τους οίκους, θα μπορούν να θέτουν σε κυκλοφορία περισσότερα του ενός συγγράμματα, μικρής έκτασης και χαμηλής τιμής, που και θα χωράνε στο πιστωτικό όριο, και θα εξυπηρετούν καλύτερα την εκπαιδευτική διαδικασία. Θα απεγκλωβιστούμε έτσι από τη λογική του ενός συγγράμματος που έχουμε σήμερα, έστω κι αν επιλέγεται μεταξύ περισσοτέρων προτεινομένων, ή του ενός συν ένα βοηθήματος maximum για κάθε μάθημα ή, ακόμη χειρότερα, της λογικής του πλαφόν στα συγγράμματα για 8 μόνο μαθήματα ανά εξάμηνο που επιβλήθηκε πρόσφατα... Το πιστωτικό όριο θα προσδώσει ευελιξία στο σύστημα, εις τρόπον ώστε να ενσωματώσει τις διαφορές στη χρήση συγγραμμάτων σε σχολές με άλλες ανάγκες και διαφορετικές απαιτήσεις.



6) Για να ενθαρρύνει δε τη χρήση του ηλεκτρονικού βιβλίου, το νέο σύστημα θα μπορούσε -μέσω του πιστωτικού ορίου- να επιδοτήσει περισσότερο την επιλογή ενός ηλεκτρονικού συγγράμματος.



Τεχνικές λύσεις υφίστανται για όλες τις επιλογές, που όμως στην ουσία τους είναι πολιτικές. Γι' αυτό κι εμείς απευθυνόμαστε στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και την καλούμε, επιτέλους, να το τολμήσει, αντί να περικόπτει κάθε εξάμηνο τα επιτρεπόμενα συγγράμματα, εισάγοντας ολοένα και συχνότερα ποσοτικούς ή αριθμητικούς περιορισμούς με την ισοπεδωτική μέθοδο "one size fits all".


.